Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τέταρτη Συνδιάσκεψη ΣΥΡΙΖΑ: Δύο βήματα μπρος, ένα βήμα πίσω*

Ιουλίου 21, 2011

*

            Ενάμιση χρόνο μετά την 3η Συνδιάσκεψη, και μετά από πολλές αναβολές, έγινε το Σαββατοκύριακο 17-18 Ιουλίου η 4η Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ. Από μόνο του, το γεγονός αυτό είναι ελπιδοφόρο, γιατί δείχνει ότι υπάρχει διάθεση να ξεπεραστεί η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ. Μια κρίση που άγγιξε τα όρια της πολιτικής ανυπαρξίας, με οργανώσεις διαλυμένες και πολιτικές παρεμβάσεις σκορποχώρι. Μια κρίση που απογοήτευσε και έδιωξε από το ΣΥΡΙΖΑ αρκετό κόσμο, σημαντικό τμήμα του οποίου όχι απλώς δεν πήγε σπίτι του αλλά συνεχίζει και αγωνίζεται σε διάφορα μέτωπα του λαϊκού κινήματος.

Στη Συνδιάσκεψη μετείχαν θεωρητικά περίπου 850 σύνεδροι και αρκετοί παρατηρητές – θεωρητικά, γιατί ακόμα και τις στιγμές μεγάλης προσέλευσης, οι παρόντες έφταναν οριακά τους 500. Την πρώτη μέρα το κλίμα ζεστάθηκε γρήγορα, παρότι η έναρξη καθυστέρησε μιάμιση ώρα. Υπήρξαν περίπου 160 παρεμβάσεις, πεντάλεπτες ή τετράλεπτες κυρίως. Κάποια σημαντικά στελέχη μίλησαν γύρω στο τέταρτο, ενώ η εισήγηση Μπανιά και η ομιλία Τσίπρα κράτησαν περίπου 45 λεπτά.

Αυτό που χαρακτήρισε όλες τις παρεμβάσεις, και που είναι η βασική πηγή αισιοδοξίας, είναι αφενός η ομόφωνη βούληση για ενότητα, αφετέρου η σύσσωμη συνειδητοποίηση ότι βρισκόμαστε σε μια πρωτοφανή επίθεση του χρηματιστικού κεφαλαίου εναντίον της εργασίας, με επιδίωξη ριζικών αλλαγών στους όρους λειτουργίας της κοινωνίας[1]. Από κει και πέρα προέκυπταν διαφοροποιήσεις ως προς το τι να κάνουμε, κι ως προς τις προτεραιότητες που βάζει ο καθένας (για τον εαυτό του, το χώρο του, ή το σύνολο). Όμως το υπόστρωμα ήταν κοινό.

Οργανωτικές ατέλειες με πολιτική σημασία

            Σκοπός του κειμένου τούτου δεν είναι η πλήρης δημοσιογραφική κάλυψη της Συνδιάσκεψης, αλλά η επισήμανση κάποιων πτυχών που αποσιωπούνται από τις «επίσημες» περιγραφές, ενώ εγώ (ενδεχομένως και άλλοι) τις θεωρώ σημαντικές. Από τη στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρθηκε στη δυνατότητα έκφρασης των μειοψηφιών ως ουσιαστικό χαρακτηριστικό του ΣΥΡΙΖΑ (φράση που παραλείπεται στη περίληψη της Αυγής στις 19 Ιουλίου), η άρνηση καταγραφής των διαφωνιών όχι απλώς υπονομεύει αυτή την θέση (που είναι και δομικό στοιχείο της αντιδογματικής Αριστεράς, ιστορικά), αλλά και υποβιβάζει τη Συνδιάσκεψη σε σύναξη χειροκροτητών – που κάθε άλλο παρά αυτό ήταν. Ή μάλλον, που δεν ξεκίνησε έτσι: Γιατί στο τέλος, λόγω οργανωτικών αδυναμιών, κατέληξε στην ψήφιση δια βοής τόσο της οργανωτικής όσο και της πολιτικής απόφασης ενώ υπήρχαν διατυπωμένες διαφωνίες και τροπολογίες που δεν μπήκαν σε ψηφοφορία, κάνοντας αρκετό κόσμο να απορεί για ποιο λόγο μοιράστηκαν κάρτες συνέδρων.

Δεν θα αναφερθώ σε όλες τις διαφοροποιήσεις επί της τακτικής. Εξάλλου, πολλές απ’ αυτές είναι καταγραμμένες, υποστηρίζονται από οργανωμένες συνιστώσες ή τάσεις[2], και οι διαφορές αυτές αμβλύνονται στο τελικό πολιτικό κείμενο, χάρη αφενός στην επίμονη προσπάθεια της συντακτικής τριάδας Θεωνά-Καλύβη-Μπανιά κι αφετέρου στη συνείδηση της κάθε συνιστώσας ότι σε ένα κοινό κείμενο δεν μπορεί να αποτυπώνονται όλες οι επιμέρους απόψεις. Θα’πρεπε όμως το σχέδιο απόφασης να είναι έτοιμο από το Σαββατόβραδο και να μοιραστεί την Κυριακή πρωί, ώστε να μπορούν να διατυπωθούν τυχόν ενστάσεις και τροπολογίες, οι οποίες, αν δεν ενσωματωθούν από τους εισηγητές και δεν πεισθούν οι αντιρρησίες, να τεθούν στο σώμα για απόφαση με ψηφοφορία[3]. Αντ’αυτού, οι εισηγήσεις δεν κυκλοφόρησαν, αλλά διαβάστηκαν στο σώμα το οποίο κλήθηκε άμεσα να εγκρίνει ένα πολιτικό κείμενο 1308 λέξεων με ναι ή όχι, καθώς και την αντίστοιχη οργανωτική πρόταση.

Μια διαφωνία ουσίας: είναι πρώτο μέλημα οι εκλογές;

            Τόσο στην ομιλία Τσίπρα, όσο και σε αρκετές παρεμβάσεις συνέδρων μπήκε ως πρωταρχικό το αίτημα για εκλογές με στόχο μια αριστερή πλειοψηφία. Σαφέστερος όλων νομίζω ήταν ο Γιάννης Μπαλάφας, ο οποίος στο πεντάλεπτο που του αντιστοιχούσε έθεσε ως στόχο τη μετατροπή σε πολιτική πλειοψηφία του  κοινωνικά πλειοψηφικού αντιμνημονιακού ρεύματος. Όμως ισάριθμοι, ίσως και περισσότεροι ήσαν οι ομιλητές που αντιτάχθηκαν σ’ αυτή την πρόταση, με διάφορα επιχειρήματα τα οποία δεν έχει νόημα να αναπαράγω εδώ[4] – θα είχε όμως νόημα να άνοιγε μια συζήτηση επί του θέματος, καθώς, απ’ ότι φάνηκε, η άποψη αυτή διαπερνά τις τάσεις και τις συνιστώσες.

Απ’ ότι φαίνεται, καμία συνιστώσα ή τάση δεν θεώρησε μείζον θέμα την αποτύπωση αυτής της διαφωνίας και την επίλυσή της από το σώμα του συνεδρίου. Από την άλλη, αρκετοί σύνεδροι θεώρησαν ότι πρώτο πολιτικό καθήκον είναι η υπεράσπιση του κόσμου της εργασίας, με θεσμικές, κινηματικές, οργανωτικές παρεμβάσεις (κι αν ξεχνάω κάτι συμπληρώστε), με στόχο την ανάδειξη της Αριστεράς ως τη μόνη ουσιαστική αντιπολίτευση, χωρίς άμεση αναφορά σε εκλογές. Η σύνθεση ανάμεσα σ’ αυτή την ιεράρχηση και την αντίθετη, με πρώτο μέλημα τις εκλογές, είναι ανέφικτη, τουλάχιστον στις σημερινές συνθήκες.

Γι’ αυτό το λόγο, κατατέθηκε τροπολογία που ζητούσε να φύγει από την πολιτική απόφαση η φράση «Η διενέργεια εκλογών, με απλή αναλογική, γίνεται πλέον ευρύτερη λαϊκή απαίτηση». Το προεδρείο αρνήθηκε να γίνει συζήτηση πάνω στην τροπολογία αυτή. Πέντε σύνεδροι, χωρίς προσυνεννόηση, ανέβηκαν στο βήμα ζητώντας από το προεδρείο να τη θέσει στο σώμα, και καμιά τριανταριά χέρια (στους περίπου 150 παρόντες) σηκώθηκαν όταν ζητήθηκε ενδεικτικά η γνώμη της αίθουσας. Το προεδρείο επέμενε, με το σκεπτικό ότι θα άνοιγε κουβέντα και για άλλες τροπολογίες (για το πολιτικό κείμενο καμία άλλη δεν είχε εμφανιστεί), κι ότι θα καθυστερούσαμε και θα μέναμε χωρίς πολιτική απόφαση (κάτι που, καταφανώς, απολύτως κανένας δεν ήθελε, ή αν ήθελε, το κράτησε βαθιά μέσα του).

Παρόμοια τύχη είχαν και οι τροπολογίες στην οργανωτική απόφαση παρόλο που εκεί δόθηκε η δυνατότητα στον εισηγητή να ενσωματώσει κάποιες. Όμως η τροπολογία που ζητούσε έναν εκπρόσωπο από κάθε νομό στο συντονιστικό όργανο (αντί τρεις από κάθε περιφέρεια, δημιουργώντας πρόβλημα στις περιφέρειες με πάνω από τρεις νομούς), ούτε ενσωματώθηκε, ούτε συζητήθηκε, ούτε μπήκε σε ψηφοφορία.

Πολιτική αμηχανία και δημοκρατικό έλλειμμα

            Το γεγονός ότι το προεδρείο (το οποίο είχε βέβαια το ελαφρυντικό της νευρικής έντασης και της σωματικής κούρασης) καθώς και τα έμπειρα στελέχη που παρακολουθούσαν από τα πρώτα έδρανα, δεν έκριναν σκόπιμο να παρέμβουν για να αποκατασταθεί η διαδικασία, ώστε να καταγραφεί μια άποψη που ζητούσε να καταγραφεί, θέλει ερμηνεία. Δεν νομίζω ότι ήταν στημένο, ούτε ότι φοβήθηκαν ότι η τροπολογία θα πλειοψηφούσε. Πιστεύω απλώς ότι δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν και να αποδεχτούν ότι μία πολιτική θέση που δεν αντιστοιχούσε σε προγενέστερη πολιτική δομή (τάση, φράξια, συνιστώσα), δημιουργήθηκε και διατυπώθηκε μέσα από μια διαδικασία πολυπληθούς σώματος, μια διαδικασία συνελευσιακή που συγκρότησε μία πολιτική αντίθεση και ανέδειξε μια αντίθετη άποψη από την εισήγηση (παρά τις βραχυχρόνιες ομιλίες).

Αν αυτό ισχύει, και αν καμία άλλη αξιόπιστη ερμηνεία δεν δοθεί, τότε οι φράσεις του τύπου «να διδαχθούμε από τις πλατείες» χάνουν το περιεχόμενό τους. Διότι όταν αρνείσαι την ανάπτυξη και καταγραφή των διαφωνιών σε ένα σώμα ομοιογενές (αλλά χωρίς προγενέστερη πειθαρχία), πώς μπορείς να αντιμετωπίσεις ένα ετερόκλητο πλήθος όπως οι πλατείες χωρίς να καταφύγεις στον ανταγωνισμό των οργανώσεων ποια θα πρωτοκαπελώσει; Πρόσφατο δείγμα γραφής η αδυναμία των πολιτικών νεολαιών να οργανώσουν εκδήλωση στην πλατεία Συντάγματος εναντίον του νόμου Διαμαντοπούλου, επειδή επί μία βδομάδα δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν στα ονόματα των ομιλητών.

Μια αυτοκριτική και μια συνέχεια

            Μια πολιτική απόφαση τεσσάρων σελίδων (1308 λέξεων) από λίγους θα διαβαστεί, και ο κάθε πολιτικός συντάκτης θα παρουσιάσει την περίληψη που θέλει τονίζοντας τα σημεία που θέλει αυτός (ή που θα του υποδειχτούν). Θεωρώ απαραίτητο, εδώ και καιρό, τα πολυπληθή σώματα (συνέδρια, συνδιασκέψεις, κτλ.), παράλληλα με τα μεγάλα διακηρυκτικά κείμενα να βγάζουν και σύντομες περιληπτικές ανακοινώσεις. Κάτι που άλλοτε γίνεται, άλλοτε όχι.

Καθώς κατάλαβα ότι κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν στη Συνδιάσκεψη, έγραψα ένα μικρό προσχέδιο για ανακοινωθέν (111 λέξεις), και ανέβηκα στο βήμα να το προτείνω (παράλληλα με την παρέμβασή μου για την απάλειψη της φράσης περί εκλογών από την πολιτική απόφαση). Το σφάλμα μου είναι ότι δεν ήμουν αρκετά σαφής ότι επρόκειτο για πρόταση προς ψήφιση, και παρέδωσα στο προεδρείο το κείμενο χωρίς να το διαβάσω. Το προεδρείο το κράτησε και, με τη συζήτηση επί της διαδικασίας που ακολούθησε, παρέλειψε να το θέσει σε ψηφοφορία. Αυτό ίσως είχε αποφευχθεί αν το είχα διαβάσει στην αίθουσα, οπότε θα ήταν μάλλον απίθανο να παραπέσει ανάμεσα στις τροπολογίες.

Δε χάθηκε ο κόσμος. Το κείμενο υπάρχει και θα κατατεθεί προς ψήφιση στην Πανελλήνια Συντονιστική Επιτροπή όταν συνεδριάσει[5]. Το δημοσιοποιώ από τώρα. Ώστε να είναι ανοιχτό σε οποιεσδήποτε βελτιωτικές διορθώσεις:

Ο ΣΥΡΙΖΑ στηρίζει τον κόσμο της εργασίας, που δέχεται την αμείλικτη επίθεση της διεθνούς τοκογλυφίας, η οποία δεν εκφράζεται μόνο με την υπερχρέωση της χώρας, αλλά και με την κατάργηση του κοινωνικού κράτους, της δημόσιας παιδείας και υγείας, το ξεπούλημα του εθνικού πλούτου, και τελικά με την απονέκρωση της έννοιας της Δημοκρατίας.

            Ο ΣΥΡΙΖΑ ενώνει τις δυνάμεις του με όλους όσους αγωνίζονται για να φύγει η κυβέρνηση των υπαλλήλων της τρόικας. Χαιρετίζει το πολύμορφο λαϊκό κίνημα που αναπτύσσεται στις γειτονιές, στους τόπους εργασίας, στους δρόμους και στις πλατείες, που, παρά τη λυσσαλέα βία του αστυνομικού κράτους, αντιστέκεται υπερασπίζοντας την αξιοπρέπειά μας ως λαού.

            Το σύνθημα «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» είναι σήμερα επίκαιρο!


* Εκτός από το θέμα της αισιοδοξίας, καμιά άλλη συσχέτιση με τον Βλαδίμηρο Ίλιτς Λένιν δεν έχει νόημα.

[1] Προφανώς δε χρησιμοποίησαν όλοι την ίδια ορολογία, αλλά η ουσία είναι κοινή, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον.

[2] Ομολογώ πως δεν έχω καταλάβει την ουσιαστική διαφορά ρόλου (πέρα από την ιστορική διαδρομή της καθεμιάς και τις δεσμεύσεις που προκύπτουν απ’αυτή) μεταξύ τάσεων του Συνασπισμού και συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ. Ίσως κάποιος κάποτε μου εξηγήσει…

[3] Μέχρι τώρα αυτή τη διαδικασία γνωρίζω για τις συνελεύσεις. Αν έχει αλλάξει, ας μας ενημερώσει κάποιος, παρακαλώ.

[4] Ένα επιχείρημα, για παράδειγμα, είναι αν θέλουμε κυβέρνηση μαζί με το ΚΚΕ, το οποίο αρνείται και την ίδια την έννοια της Αριστεράς. Και αν ναι, με ποια διαδικασία θα πεισθεί να αλλάξει γνώμη;

[5] Λέω «όταν» και όχι «εάν», παρότι από πολλούς ακούγεται ότι το όργανο αυτό θα συνεδριάσει το πολύ μία φορά, και ότι οι αποφάσεις  θα παίρνονται σε κλειστά γραφεία. Πιστεύω πως αν η βούληση για ενότητα κι αγώνα είναι ειλικρινής, ακόμη κι αν υπάρχουν τάσεις προς τα εκεί, δεν θα υπερισχύσουν.

Για την Αριστερά του Αύριο

Ιουλίου 7, 2011

Παρέμβαση στη Θεματική Παιδείας ΣΥΡΙΖΑ

Αυγή, Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

 

Σήμερα περνάμε σε μια φάση όλο και πιο άμεσης διακυβέρνησης από το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο, σε πλανητική κλίμακα, ενώ τα κράτη περιορίζονται σε ρόλο εφαρμογής και διεκπεραίωσης αποφάσεων που παίρνονται αλλού. Με διαφορετικούς ρυθμούς και ένταση στα διάφορα κράτη, η οικονομική κρίση οδηγεί στην εθνικοποίηση των ζημιών και την ιδιωτικοποίηση των κερδών, κάνοντας τους φτωχούς φτωχότερους και τους πλούσιους πλουσιότερους. Και με όχημα την κρίση, οι κοινωνίες γίνονται αυταρχικότερες, οι παραγωγικές σχέσεις επιδεινώνονται εις βάρος της εργασίας, αποδυναμώνοντας στο έπακρο τις συλλογικές δομές και τους ενδιάμεσους φορείς, απομονώνοντας το κάθε άτομο-ιδιώτη. Καθώς η ανέχεια παράγει ανασφάλεια, φόβο και διχόνοια, η εξουσία τα εντείνει με την προπαγάνδα και ενισχύει τους μηχανισμούς καταστολής, καθιστώντας τη δημοκρατία τυπική διαδικασία χωρίς ουσία.

 

Στην Παιδεία ειδικότερα, θέλουν ένα τύπο ανθρώπου ικανού να εκτελεί εντολές χωρίς να σκέφτεται. Το εξετασιοκεντρικό μας σύστημα, στηριγμένο στην παπαγαλία, κατανέμει τα άτομα, στην καλύτερη περίπτωση, ανάλογα με την πολυπλοκότητα των εντολών που μπορούν να εκτελέσουν. Και με τον επερχόμενο νόμο-πλαίσιο αυτό επεκτείνεται και στο πανεπιστήμιο, που μετατρέπεται σε ένα αυταρχικό παρκιγκ νέων, δομημένο ιεραρχικά σαν Ανώνυμη Εταιρεία[1]. Η επιστήμη γίνεται εμπόρευμα, δηλαδή καταργείται, η δωρεάν Παιδεία επίσης: Μας οδηγούν σε μια στάσιμη, κατακερματισμένη κοινωνία με εντεινόμενους ταξικούς διαχωρισμούς.

 

Πολιτική όμως δεν κάνει μόνο η άρχουσα τάξη. Κάνουν και οι αποκάτω. Σε συνθήκες ισορροπίας και συναίνεσης, επιδιώκουν ποσοτική βελτίωση των όρων του κοινωνικού συμβολαίου. Σε συνθήκες κρίσης, οι αλλαγές που πραγματοποιούνται είναι ποιοτικές και οι αποκάτω θα ηττηθούν κατά κράτος αν δεν αντιδράσουν ανάλογα.

Σε συνθήκες κρίσης, η άρχουσα τάξη δεν εξασφαλίζει το ψωμί[2] των αποκάτω παρά με πολύ χειρότερους όρους. Και ενώ υπάρχουν πάντα οι «πρόθυμοι» που θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, άλλοι χρυσώνοντας το χάπι με «προοδευτικά» λόγια κι άλλοι κάνοντας βρωμοδουλειές, οι πολλοί παύουν να κυνηγάν το καρότο που τους δείχνουν: καταλαβαίνουν ότι ούτε αρκετά καρότα υπάρχουν, ούτε δίνονται τζάμπα…

Μετά από μήνες αδράνειας και αμηχανίας τα θιγόμενα άτομα (κάποια άτομα) της ελληνικής κοινωνίας άρχισαν να κάνουν πολιτική. Με κραυγές στις πλατείες και με γιαουρτώματα. Κραυγές όλο και πιο αρθρωμένες. Καταθέτοντας το χρόνο τους στη διάθεση της συλλογικότητας, καταθέτοντάς τον χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς να τον εμπορευτούν: Δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο ένα συλλογικό πολιτικό υποκείμενο, που αρνείται, που σκέφτεται, που διαβουλεύεται, που προτείνει, που δρα. Που ήδη κέρδισε μια νίκη: την αναβολή για λίγες μέρες της ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου και τη συνακόλουθη φθορά του πολιτικού προσωπικού.

 

Ανάμεσα στο κίνημα των πλατειών και την «υπαρκτή Αριστερά» υπάρχει απόσταση, ενδεχομένως και αμοιβαία δυσπιστία. Αν αυτό το κίνημα ξεθυμάνει χωρίς άλλο αποτέλεσμα (πολιτικό, οργανωτικό, ιδεολογικό), ο επερχόμενος Μεσαίωνας θα είναι βαρύς. Αν αντίθετα ενισχυθεί και συναντηθεί με την υπαρκτή Αριστερά (ή τουλάχιστον με σημαντικό τμήμα της), έχουμε ελπίδες για δημιουργία μιας Αριστεράς του Αύριο, εργαλείο κοινωνικής αλλαγής.

Δεν αποσκοπούν όλοι σ’ αυτό. Υπάρχουν αυτοί που ποντάρουν στην κούραση του κινήματος ώστε να κάνουν ατομικές στρατολογήσεις στη βάση ότι μόνον αυτοί υπάρχουν σε καιρούς. Και αυτοί που θα πάνε με τα νερά του κινήματος, βλέποντάς το σα δεξαμενή οπαδών και ψήφων. Τάσεις που το κυρίαρχο πολιτικό τους μέλημα, είναι η διατήρηση –ενδεχομένως η ποσοτική ενίσχυση– της επιρροής τους μέσα σε ένα σύστημα που επιδεινώνεται. Τάσεις που ακόμη κι αν ανυστερόβουλα μάχονται, μάχονται για την τιμή των όπλων και μόνο. Τάσεις που κι αν χάσουν θα επιβιώσουν, γιατί υπάρχουν πάντα πολύ πιο κολασμένοι της γης απ’ αυτούς.

 

Η Αριστερά του Αύριο δεν θα έρθει από την ποσοτική ενίσχυση της υπαρκτής Αριστεράς. Θα έρθει, αν έρθει, όταν η τελευταία συνειδητοποιήσει την ανεπάρκειά της και θέσει τον εαυτό της στην υπηρεσία του κινήματος. Όχι ως καθοδήγηση, όχι ως πρωτοπορία: η Ιστορία δεν αναγνωρίζει προϋπηρεσία, ένσημα και περγαμηνές, δίκιο έχει κάθε φορά αυτός που απαντά πειστικά στο ερώτημα «Τι κάνουμε τώρα». Πειστικά όχι επειδή επιβάλλεται ως αυθεντία σε οπαδούς αλλά επειδή μιλάει την ίδια γλώσσα με τα ενεργοποιημένα άτομα που αγωνίζονται.

Το «Τι κάνουμε» έχει τεράστιο εύρος, από το πιο καθημερινό ως το πιο οραματικό. Φωνάζοντας «κλέφτες, κλέφτες!», δηλώνοντας «δε χρωστάμε, δεν πληρώνουμε, δεν πουλάμε», το κίνημα των πλατειών έχει αποκτήσει πολιτική ταυτότητα, έχει τοποθετηθεί ως προς στο δίπολο Κεφάλαιο-Εργασία. Η κατεύθυνση αυτή πρέπει να υλοποιηθεί σε ένα συγκροτημένο αντιπολιτευτικό πρόγραμμα, ένα αρθρωμένο σύνολο αιτημάτων του κόσμου της εργασίας. Αντιπολιτευτικό και όχι κυβερνητικό: Η οποιαδήποτε κυβερνητική εκδοχή σήμερα αποτελεί εναλλακτική λύση του συστήματος, και δε χρειάζεται μαθήματα τακτικής από την Αριστερά – από αλλού παίρνει κατευθύνσεις. Για να υπάρξει λαϊκή κυβέρνηση, για να υπάρξει ριζική αλλαγή, πρέπει αφενός η Αριστερά του Αύριο να αναδειχθεί ως μείζων ταξική αντιπολίτευση, να προσελκύσει κόσμο, να βγάλει νέες ηγεσίες, αφετέρου οι εφεδρείες του συστήματος να αποτύχουν πολιτικά.

Ως τότε, η υπαρκτή Αριστερά οφείλει να θέσει την εμπειρία της και την τεχνογνωσία της στη διάθεση του κινήματος των πλατειών, εφόσον βέβαια θωρεί τον εαυτό της εργαλείο κοινωνικής αλλαγής κι όχι αυτοσκοπό. Ήδη στις πλατείες και αλλού, τώρα και πρωτύτερα, έχουν αναπτυχθεί μορφές αυτοοργάνωσης και κοινωνικής αλληλεγγύης, δωρεάν ιατρεία, δωρεάν μαθήματα, εναλλακτικό εμπόριο, κτλ. Η ενίσχυση, διάδοση, ανάπτυξη εναλλακτικών δομών είναι πρώτιστο καθήκον[3], σε αντιπαράθεση με τις λογικές της εκλογικής επιβίωσης. Οι «αγανακτισμένοι» δεν προσδιορίζονται ως τέως ψηφοφόροι αλλά ως πολιτικό δυναμικό. Οι εκλογικές επιτυχίες θα έχουν νόημα μόνο αν έρθουν σαν «παράπλευρο κέρδος», και μάλιστα εφόσον συνδυαστούν με ανάδειξη νέων ατόμων, σπάσιμο στα δύο ή στα τέσσερα των θητειών, και άλλες πρακτικές εμπνευσμένες από τις πλατείες.

Και για να μιλάμε πιο συγκεκριμένα, μέχρι να κάνει η Αριστερά κυβέρνηση στην οποία θα κληθούν να συνδράμουν, μπορούν οι αριστεροί οικονομολόγοι να επεξεργαστούν σχέδια για μια Τράπεζα των Φτωχών, διάφανη, συμμετοχική δημοκρατική, ακαπέλωτη, που να βοηθήσει αυτούς που έχουν ανάγκη; Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ, που βαδίζει προς συνδιάσκεψη, να δεσμεύσει την κρατική επιχορήγησή του για την ίδρυση μιας τέτοιας Τράπεζας, αλλά και να ζητήσει από τους βουλευτές του και τα στελέχη που έχει διορίσει στη Βουλή να καταβάλουν μέρος του μισθού τους για αυτό το σκοπό;

 

Η παραπάνω πρόταση μπορεί και να μην περπατήσει ποτέ. Φοβάμαι όμως πως όσο προτάσεις σαν κι αυτή δεν δοκιμάζονται καν πριν απορριφθούν, τόσο μακραίνει ο Μεσαίωνας στον οποίο μπαίνουμε.


[1] Η ανάλυση του νέου νόμου είναι έξω από τα πλαίσια αυτού του κειμένου, αξίζει όμως να σημειωθεί ότι, ήδη πριν κατατεθεί, η δραστική μείωση δαπανών και διδακτικού προσωπικού οδηγεί στην κατεδάφιση του πανεπιστημίου.

[2] Πόσο μάλλον την Παιδεία και την Ελευθερία…

[3] Αν το ΕΑΜ κέρδισε τις καρδιές του κόσμου, είναι γιατί πρώτα τον έσωσε απ’ την πείνα, με την Εθνική Αλληλεγγύη. Τα όπλα τα πήρε μετά.

 

Πλατεία ή Βουλή;

Ιουνίου 26, 2011

Σήμερα Κυριακή μπαίνουμε στην τελική ευθεία για την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου. Στους κόλπους της εξουσίας έχουν επιστρατευθεί όλα τα μέσα για να ψηφιστεί: από τις πιέσεις προς τη Νέα Δημοκρατία των ευρωπαίων συνεταίρων της στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, μέχρι υφυπουργοποιήσεις απρόθυμων βουλευτών του ΠΑΣΟΚ.

Το σκηνικό θυμίζει τα Ιουλιανά του 1965. Και τότε ο «συμμαχικός παράγων» ενέτεινε τις πιέσεις προς την Ένωση Κέντρου, και τότε η Αριστερά της Ένωσης Κέντρου (π.χ. Τσιριμώκος, Κοθρής) τροφοδοτούσε με στελέχη τις κυβερνήσεις αποστατών: Μια βδομάδα μετά από έναν πύρινο λόγο εναντίον των «κατεψυγμένων πρωθυπουργών» ο Τσιριμώκος διαδέχτηκε τον Αθανασιάδη-Νόβα στη θέση του ανακτορικού πρωθυπουργού – ενώ ο Παντελής Οικονόμου μόνον υφυπουργός ορκίστηκε, σβήνοντας τις αντιμνημονιακές κορώνες από την ιστοσελίδα του. Και τότε και τώρα ο λαός –κάποιος λαός- στους δρόμους, με συνθήματα που ξεπερνούσαν την επίσημη γραμμή των κομμάτων (τότε: δε σε θέλει ο λαός, παρ’τη μάνα σου και μπρος!).

Προφανώς είναι τελείως διαφορετικές οι συνθήκες τότε και τώρα, και δε λείπουν κι αυτοί που έχουν άλλη ανάγνωση (βλέπε Πάγκαλος), και καυτηριάζουν ως αποστάτες όχι τους βουλευτές που κουρελιάζουν τις προεκλογικές τους υποσχέσεις προς το λαό, αλλά αυτούς που σκέφτονται να μην πιουν το ποτήρι της ξεφτίλας μέχρι τον πάτο και να μην υπακούσουν στην κομματική γραμμή. Όμως, πέρα από τις επιφανειακές ή υποκειμενικές ομοιότητες υπάρχει κάτι βαθύτερα κοινό: ο ρόλος του Κοινοβουλίου.

Πράγματι, και τότε και τώρα (και σε αρκετές άλλες κρίσιμες στιγμές: άρθρο 16, ασφαλιστικό), η Βουλή δεν αποφασίζει αλλά επικυρώνει αποφάσεις. Οι αποφάσεις παίρνονται, είτε από επιτελεία είτε από κάποιους βουλευτές με προσωπική επιλογή, όχι βάσει των αγορεύσεων εντός Κοινοβουλίου, αλλά βάσει των πιέσεων που ασκούνται έξω από τους τοίχους του. Και αυτό συμβαίνει όταν επικρατεί η γενική αίσθηση ότι παίζεται κάτι το σοβαρό, όταν το επίμαχο θέμα χωρίζει την κοινωνία σε δύο στρατόπεδα, όταν οι άνθρωποι δυσκολεύονται να μείνουν αμέτοχοι. Στη Βουλή απλώς παίζεται ένα θεατρικό έργο που έχει γραφτεί αλλού.

Σήμερα παίζεται το έργο «Ποιος θα πληρώσει: ο κόσμος της εργασίας ή το χρηματιστικό κεφάλαιο;». Οι δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις, ασκούν τις μέγιστες δυνατές πιέσεις. Η λαϊκή αντίδραση στην αντικοινωνική επίθεση μπορεί να καθυστέρησε ενάμιση χρόνο, όμως τώρα υπάρχει και εκδηλώνεται στις πλατείες, πολύμορφα, πρωτότυπα, αλλά υπάρχει και ήδη εμπόδισε την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου μία φορά. Θα τα καταφέρει και δεύτερη; Αυτό είναι το σημερινό στοίχημα.

Η αριθμητική πλειοψηφία για την υπερψήφιση υπάρχει στη Βουλή – κι αν αποσκιρτήσουν κάποιοι Πασόκοι, θα βρεθούν πρόθυμοι αντικαταστάτες. Για να ανατραπεί αυτό, χρειάζεται έξοδος από τη λογική της απλής αριθμητικής: Μέγιστη πίεση προς κάθε βουλευτή από την εκλογική του βάση αφενός, μέγιστη μαζικότητα στην πλατεία τις μέρες της συζήτησης στη Βουλή αφετέρου.

Έχει νόημα να παραμείνουν οι αριστεροί βουλευτές στη Βουλή την ώρα της ψηφοφορίας; Κατά τη γνώμη μου όχι. Κανένα βουλευτή δεν θα πείσουν με τις αγορεύσεις τους, άλλοι παράγοντες καθορίζουν την ψήφο του καθενός. Από τη στιγμή που ο κόσμος είναι στους δρόμους, θα θεωρηθούν Αντιπολίτευση της Αυτής Μεγαλειότητος (Her Majesty’s Opposition), θα θεωρηθεί ότι έδωσαν τη μάχη για την τιμή των όπλων και μόνο.

Προφανώς δεν θα’λεγα τα ίδια αν δεν υπήρχε το κίνημα των πλατειών. Από τη στιγμή όμως που υπάρχει, είναι απαραίτητο να διατηρηθεί, να ενισχυθεί, να περάσει σε ανώτερές μορφές αυτοοργάνωσης. Να συνεχίσει και μετά τη μεθαυριανή ψηφοφορία. Η στάση της Αριστεράς στη Βουλή μπορεί να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση – ή προς την αντίθετη.

Θεωρώ απαραίτητο να υπάρχει από μεριάς  των αριστερών βουλευτών αποχώρηση από την ψηφοφορία της Βουλής, καταγγελία του στημένου παιχνιδιού προς όφελος των «κακών» (ας βάλει ο καθείς την ονομασία που θέλει, πλουτοκρατία, αντίδραση, καπιταλισμός, κτλ.), δήλωση ότι ο αγώνας συνεχίζεται. Ας εξαντλήσουν τα διαδικαστικά τερτίπια, τις αγορεύσεις για την τηλεόραση της Βουλής, ας αφήσουν έναν τοποτηρητή για κάθε κόμμα την ώρα της ψηφοφορίας. Να φύγουν όμως, και να κατέβουν στην πλατεία. Και μια μονομερής κίνηση σε σχέση με τις βουλευτικές αποζημιώσεις ή τις κομματικές χρηματοδοτήσεις κάθε άλλο παρά θα έβλαπτε.

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι πληροφορίες μου είναι ότι τα επιτελεία της Αριστεράς προσανατολίζονται στο να παραμείνουν οι βουλευτές τους στην ψηφοφορία. Θεωρώ ότι πρόκειται για μια στάση που απομακρύνει την οργανωμένη Αριστερά από τον κόσμο των πλατειών, και που συντελεί στην αποδυνάμωση και των δύο.

Υπάρχει δυνατότητα αποτελεσματικής πίεσης προς τα επιτελεία; Αν όσοι συμμεριζόμαστε τις παραπάνω απόψεις είμαστε λίγοι, προφανώς δεν υπάρχει. Αν όμως είμαστε αρκετοί, έχει σημασία αυτή η πίεση να εξασκηθεί μέσα στις επόμενες 24 ώρες, βία 48, μπας και κάτι αλλάξει. Τα μικρά λιθαράκια φτιάχνουν τα μεγάλα οικοδομήματα, κι ο καθένας μπορεί να προσθέσει το δικό του…

Μαζικό κίνημα είπατε; Για θυμίστε μου τι σημαίνει…

Ιουνίου 23, 2011

Δρόμος της Αριστεράς, 25-6-2011

Οργή και χαμόγελα. Πείσμα κι ελπίδα.

Ο όχλος, το πλήθος, ο κόσμος, γέμισε τις πλατείες της χώρας. Θρασύς, ανυπάκουος, υβριστικός, με μούτζες και τραγούδια. Αντικομματικός (μέχρι απολίτικος για κάποιους ξερόλες) – βαθύτατα πολιτικός, όμως: αν δεν είναι πολιτική νίκη η αναβολή της ψήφου για το Μεσοπρόθεσμο κι η πρόκληση μίνι κυβερνητικής κρίσης, τότε τι είναι νίκη; Μια αύξηση κατά 1,17% του ποσοστού (επί των εγκύρων, που μπορεί να είναι και μείωση ψήφων) στις επόμενες εκλογές;

Απέναντι σ’ ένα ακηδεμόνευτο κίνημα η στάση πολλών οργανώσεων της Αριστεράς (ευτυχώς όχι όλων) κυμαίνεται από την καχυποψία μέχρι την προσπάθεια καπελώματος. Ποιοι είναι αυτοί, οι τέως Πασόκοι, οι άσχετοι, που μου κουνιούνται, εμένα που έχω χιλιάδες χρόνια στο κίνημα; Πού βρισκόντουσαν όταν τρώγαμε τις γκλομπιές και τα δακρυγόνα; Αυτοί, που δεν χρησιμοποιούν καν τη λέξη «σύντροφε»;

Ξεχνούν όλοι αυτοί πως αριστερός δε γεννιέται κανείς, γίνεται. Γίνεται όταν επιλέγει με ποιους θα πάει, τους αποπάνω ή τους αποκάτω, όταν δε θέλει ή δεν μπορεί πια να μένει ουδέτερος, να κρύβεται, να τη σκαπουλάρει. Ίσως γιατί δεν έχει που αλλού να πάει.

Και σήμερα τα περιθώρια στενεύουν ασφυκτικά: Οι υπάλληλοι της Διεθνούς Παγκόσμιας Τάξης (της διεθνούς τοκογλυφίας δηλαδή) σπάνε το κοινωνικό συμβόλαιο, ο κόσμος της εργασίας (και της ανεργίας) αρνείται να πληρώσει τα σπασμένα. Και, όταν το κερασάκι μπαίνει στην τούρτα (όταν ξεπουλιέται η εθνική περιουσία), κατεβαίνει στις πλατείες, μαζικά κι αυθόρμητα (κι ας ψάχνουν οι κουτοπόνηροι για υποκινητές). Προκαλώντας, μεταξύ άλλων, κατευναστικές δηλώσεις των ισχυρών του πλανήτη: το κίνημα των πλατειών είναι διαπραγματευτικό ατού στα χέρια μιας κυβέρνησης τόσο υπαλληλικής, που ούτε καν διανοήθηκε να διαπραγματευτεί προς όφελος του λαού. Θεώρησε δεδομένο ότι αν λείψουν χρήματα θα κόψει μισθούς και συντάξεις, δεν θα κόψει τους τόκους, δεν θα φορολογήσει το μεγάλο κεφάλαιο, ούτε καν στο ύψος του μέσου όρου της ευρωζώνης.

Το κίνημα των πλατειών αρνείται και απαιτεί. Αρνείται τη μιζέρια, το χρέος που άλλοι έχουν συνάψει στο όνομά του (και έχει ήδη αποπληρωθεί από τους τόκους), το ξεπούλημα. Απαιτεί τιμωρία των κλεφτών, ισότητα, αξιοπρέπεια, δημοκρατία. Και το μεταφράζει σε πολιτική δράση, με γιαουρτώματα και μούτζες, με άμεσο στόχο να μην περάσει πάλι το Μεσοπρόθεσμο. Και το μεταφράζει σε αυτοοργάνωση με δομές αλληλεγγύης, από ανταλλακτικό – χαριστικό παζάρι μέχρι εθελοντική ενισχυτική διδασκαλία στα παιδιά των ασθενέστερων.

Έχει περάσει πια η ώρα των εκλογικών υπολογισμών, των υποδείξεων προς μια κυβέρνηση υπαλλήλων, των διαμαχών γύρω από τα καλύτερα σενάρια για «όταν θα έρθουμε στα πράγματα», των ιαχών «πολεμήστε για να δοξαστούμε». Σήμερα ο καθείς διαλέγει με ποιον θα πάει και ποιον θ’ αφήσει. Ποιον θα υπηρετήσει.

Η Ιφιγένεια πάει πλατεία, όχι βωμό

Ιουνίου 21, 2011

“Ελευθεροτυπία”, 23-6-2001

Ο παλιός κόσμος πέθανε, ο καινούργιος δεν γεννήθηκε ακόμα.

 1) Η πολιτική πάει πλατεία: Το πολιτικό γεγονός της περασμένης εβδομάδας δεν ήταν ο κυβερνητικός ανασχηματισμός. Ήταν η αναβολή της ψηφοφορίας για το Μεσοπρόθεσμο, και οι ταυτόχρονες δηλώσεις «στήριξης» της ελληνικής οικονομίας διεθνώς. Μικρή νίκη του κινήματος των πλατειών, της μαζικότητας, της διάρκειας και της αποφασιστικότητάς του. Κίνημα που παράγει πολιτική, εκτός συστήματος και εκτός κομμάτων.

2) Κάθε πολιτική έχει στόχους: Όταν ένα ετερόκλητο πλήθος παράγει πολιτική, υπάρχουν αναγκαστικά στόχοι που το ενώνουν. Η από κοινού επιδίωξή τους, η επικοινωνία κι η αλληλοαναγνώριση, μετατρέπουν τις διάσπαρτες επιθυμίες σε συλλογική βούληση. Σχηματοποιώντας, οι στόχοι αυτοί συμπυκνώνονται στο τρίπτυχο «Έξω οι κλέφτες – δεν πληρώνουμε το χρέος σας – δεν ξεπουλάμε τη χώρα», προφανώς με διάφορες προεκτάσεις ή φραστικές παραλλαγές.

3) Η πλατεία και οι «αγορές»: Πέρα από την κυβέρνηση, αποδέκτης της πολιτικής πίεσης της πλατείας, είναι το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα – το οποίο και αντέδρασε. Σύστημα που κυριαρχείται από τη «λογική των αγορών», δηλαδή τα συμφέροντα της διεθνούς τοκογλυφίας (στην οποία η ελληνική συμμετοχή δεν είναι αμελητέα). Σύστημα, όπου τα εθνικά κράτη περιορίζονται όλο και περισσότερο στο ρόλο του υπαλλήλου, αυτού που διασφαλίζει τα συμφέροντα της διεθνούς τοκογλυφίας, με νόμους ή όπλα.

4) Δανειστές και δανειστές: Το κινούμενο χρήμα δανείζει εκμοντερνίζοντας τις πανάρχαιες τοκογλυφικές μεθόδους. Αφενός παίρνει πίσω τα λεφτά του στο πολλαπλάσιο μέσω τόκων, αφετέρου βάζει χέρι στα ασημικά και τα οικογενειακά κειμήλια. Δημιουργώντας ταυτόχρονα πλαστές αξίες οι οποίες σε κάποιων τα χέρια θα ξεμείνουν. Δεν κερδίζουν όλοι, κερδίζουν συνήθως οι πιο ισχυροί, οι πιο πλούσιοι.

5) Δανειστές και δανειστές: Ο κόσμος της εργασίας δανείζει το κράτος με φόρους και κρατήσεις (χώρια τα απλήρωτα δεδουλευμένα), με αναγκαστικό δάνειο. Η αποπληρωμή του, με βάση το κοινωνικό συμβόλαιο, είναι είτε σε χρήμα (συντάξεις) είτε σε είδος (περίθαλψη, παιδεία, δρόμοι κτλ.). Περικόπτοντας τις πληρωμές προς αυτούς τους δανειστές προς όφελος των άλλων, το κράτος μεταφέρει τα χρήματα από αυτούς που δεν έχουν προς αυτούς που έχουν.

6) Ποια κυβέρνηση, ή προς όφελος τίνος κυβερνά; Κακοσυνηθίσαμε να ρωτάμε  ποιος είσαι παρά τι κάνεις, ξεχνώντας ότι αυτό που κάνεις διαμορφώνει αυτό που είσαι. Δεν έχει σημασία το όνομα, το βάρος ή η ομορφιά του Υπουργού Οικονομικών, σημασία έχει ποιους δανειστές θα εξυπηρετήσει κατά προτεραιότητα.

7) και διάφορα ψευδοδιλήμματα: Εφόσον η ιεράρχηση συμφερόντων δεν έχει διατυπωθεί ρητά, οι διαμάχες γύρω από τεχνικά θέματα απλώς δημιουργούν σύγχυση, καθώς τσουβαλιάζουν μέσα και στόχους. Ένα δημοψήφισμα με θέμα «δραχμή ή ευρώ» για παράδειγμα, είναι πολιτική απάτη. Ένα δημοψήφισμα θα ήταν αποδεκτό μόνο αν δέσμευε μια κυβέρνηση υπέρ μιας πολιτικής – π.χ. όχι στα Μνημόνια – αλλά κάτι τέτοιο ούτε προβλέπεται, ούτε αρκεί από μόνο του για να αναχαιτίσει το ξεπούλημα.

8) Μπορεί η πλατεία να κάνει κυβέρνηση; Όχι. Όχι ακόμα. Οι πλατείες ανά τον κόσμο μπορούν να ρίξουν κυβερνήσεις, αλλού πιο εύκολα, αλλού πιο δύσκολα, μπορούν να θέσουν όρους και υποθήκες. Στην Ελλάδα, όπου το πολιτικό προσωπικό είναι πεισμένο, συνειδητά ή ασυνείδητα, πως η παγκόσμια τάξη είναι φυσικό δεδομένο και δεν αλλάζει, και εκλογές να γίνουν, και αυξομειώσεις ποσοστών ή διασπάσεις κομμάτων να υπάρξουν, πάλι κυβέρνηση υπαλλήλων θα έχουμε. Οι πλατείες μόνο αντιπολίτευση μπορούν να κάνουν. Ακόμα. Για να περάσουμε σε άλλη φάση, χρειάζεται να δημιουργηθούν παράλληλες συλλογικές δομές αλληλεγγύης και αντίστασης που να συνυπάρχουν με τις κεντρικές παρεμβάσεις. Μπορούν αυτοί που διακηρύσσουν την αντισυστημικότητά τους να βοηθήσουν το κίνημα των πλατειών σ’ αυτή την κατεύθυνση; Μπορούν οι διαπρεπείς προοδευτικοί οικονομολόγοι να φτιάξουν τράπεζες των φτωχών, κατά το παράδειγμα του Ινδού νομπελίστα Αμάρτυα Σεν; Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν…

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΓΙΑ ΣΑΣ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΗΜΕΡΑ;

Ιουνίου 21, 2011

Από το ένθετο της «Ελευθεροτυπίας»

στην επέτειο της 17ης Νοέμβρη 2003

            Μόνη κυριολεκτική, μόνη τίμια απάντηση θάταν «δεν ξέρω».

            Θάταν όμως κι αποφυγή της πρόκλησης: Tέτοια ερωτήματα δεν έχουν κυριολεκτικές απαντήσεις. Γεννούν σκέψεις, γεννούν άλλα ερωτήματα. Ή τίποτα. Αν κάτι βρίσκεις άξιο λόγου, το λες. Κι ας μην είναι πρωτότυπο: Πολλά στοιχειώδη έχουν ξεμείνει στα βάθη των συρταριών.

Αντιγυρίζω. Γιατί το ερώτημα; Γιατί ρωτιέται σ’ αυτούς που ρωτιέται; Γιατί διάφορα άτομα, ας πούμε διανοούμενοι (ας μην πω «επώνυμοι», λέξη πολυφορεμένη), καλούνται να μιλήσουν περί επανάστασης;

Αφορισμός πρώτος: Δεν υπάρχουν ειδήμονες υπεράνω υποψίας. Και μάλιστα σε θέματα τέτοια. Ο καλύτερος οικονομολόγος (ή μαθηματικός) μπορεί να έχει άποψη περί μουσικής, περί ποδοσφαίρου, περί επανάστασης. Δεν έχει η γνώμη του ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή θεωρείται κοινωνικά καταξιωμένος. Και στον κλάδο του ακόμα, υπόκειται στην κρίση των ομοίων του. Μια γνώμη αξίζει επειδή κάτι λέει, όχι επειδή κάποιος τη λέει.

Αφορισμός δεύτερος: Η συμβουλή είναι καλή γι αυτόν που τη λέει. Επειδή βγαίνει από την πείρα του. Αυτός που ακούει δεν έχει τις ίδιες κεραίες. Κι οφείλει να ακούει κριτικά για να βγάλει γνώμη δικιά του. Όλη σου τη ζωή νάχεις αγωνιστεί για μια υπόθεση, δεν είναι σίγουρο ότι αύριο το μεσημέρι θάχεις σωστή άποψη. Έχουμε δει αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και διανοητές με προσφορά υπαρκτή να καταψηφίζουν, στο εξωτερικό πριν τριάντα χρόνια,  την καταγγελία του Ιωαννιδικού πραξικοπήματος. Η πείρα δεν είναι εγγύηση.

Αφορισμός τρίτος: Η επανάσταση δεν είναι υπόθεση ατόμων. Όσο αγνές προθέσεις και νάχουν. Δεν είναι θεωρία, δεν είναι ιδεολογία, δεν είναι συνομωσία. Είναι κίνηση. Κίνηση μαζών. Κύμα σαρωτικό, σε πλάτος και σε βάθος. Δεν είναι προβλέψιμη, δεν έχει ημερομηνία έναρξης και λήξης, δεν έχει συνταγές. Η επανάσταση είναι πράξη, πράξη μαζών.

Η επανάσταση είναι σαν τον Νυμφίο της παραβολής. Έρχεται απροειδοποίητα, κι όταν πια το καταλάβεις είναι ήδη εδώ. Δεν φεύγει όμως, αφήνοντας τις μωρές παρθένες ξεκρέμαστες. Μένει κι επιμένει, και σε εγκαλεί να πάρεις θέση, υπέρ ή εναντίον. Όπως και ο κύριος Μπούς[1].

            Δεν προειδοποιεί, αλλά μπορείς να αφουγκράζεσαι. Ο Λένιν μιλάει για τρεις προϋποθέσεις:

– Όταν οι αποπάνω δεν μπορούν πια να κυβερνήσουν όπως πριν

– Όταν οι αποκάτω δεν ανέχονται να κυβερνηθούν όπως πριν

– Όταν οι αποκάτω μπορούν να γκρεμίσουν τους αποπάνω,

Τότε γίνεται επανάσταση.

Τι γίνεται όταν ισχύουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, αλλά όχι η τρίτη; Δεν το λέει ο Λένιν, πρέπει να το σκεφτούμε μόνοι μας[2]. Προφανώς οι αποπάνω παραμένουν πάνω. Απλά, αλλάζουν τρόπο διακυβέρνησης. Όσο κι αν τους πονάει αυτό: Οι αποπάνω αντέχουν να θυσιάσουν μερικούς αναλώσιμους[3].

Στη χώρα μας πρόσφατα αυτό συνέβη δυο φορές (και σε άλλες χώρες πολύ περισσότερες). Με τα Ιουλιανά του 1965 ή με την επιστράτευση του 1974 έγινε σαφές ότι δεν τράβαγε άλλο. Η τρίτη προϋπόθεση του Βλαδίμηρου Ίλιτς δεν ίσχυε, επανάσταση δεν έγινε.

Αυτό δε σημαίνει ότι αλλαγές, και μάλιστα σημαντικότατες, δεν υπήρξαν. Αλλά οι αποπάνω κι οι αποκάτω παρέμειναν, χοντρικά στις ίδιες θέσεις. Κι ας βασανίστηκαν βασιλόφρονες επί δικτατορίας, κι ας φυλακίστηκαν οι πραξικοπηματίες στη μεταπολίτευση – είναι οι αναλώσιμοι που λέγαμε.

Πρέπει επομένως να περάσουμε τη ζωή μας χτενίζοντας τα μαλλιά μας και περιμένοντας το Νυμφίο (την επανάσταση); Ας απαντήσει καθένας για λογαριασμό του. Υπόδειξη δεν έχω για κανένα.

Προσωπικά, προτιμώ την ιστορία του άπιστου Θωμά από το Νυμφίο. Γιατί «επανάσταση», παρόλα αυτά, εξακολουθώ να μην ξέρω τι σημαίνει.

Ούτε καν αν είναι το ζητούμενο. Επανάσταση, λέξη βαρύγδουπη, φορτισμένη, σύμβολο. Πολλά κεράσια. Άρα μικρά καλάθια. Η λέξη, ο ήχος, το σύμβολο, μήπως υποκαθιστά, ακρωτηριάζει, ακυρώνει την ουσία; Λέξεις θετικά φορτισμένες, συχνά  χρησιμοποιούνται για να χρυσώσουν χάπια. Όπως στη Νεογλώσσα του Όργουελ[4].

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ονομάστηκε «Επανάσταση». Η παγκόσμια κυριαρχία των πολυεθνικών εταιρειών, «Παγκοσμιοποίηση». Η τεχνοκρατική διάλυση του κοινωνικού ιστού στη χώρα μας, «Εκσυγχρονισμός». Η καθοδηγούμενη εμπορευματοποίηση των πανεπιστημίων, «Αξιολόγηση».

Οι λέξεις, η γλώσσα είναι όπλο. Λέξεις χρησιμοποιούνται για να μαντρώσουν τη σκέψη, λέξεις εξοβελίζονται για να «καυτηριάσουν» αντιλήψεις. Ανατρεπτικές στάσεις μετατρέπονται σε νέους κομφορμισμούς: Πολεμιέται ο ρατσισμός, φυλετικός ή κοινωνικός, λέγοντας «έγχρωμος» αντί «μαύρος»,  «αόμματος» αντί «τυφλός», «ρομ» αντί «τσιγγάνος»[5]; Μπαίνουν οι ανθρώπινες σχέσεις σε καλούπια; Πολύ θα τόθελαν όσοι εναποθέτουν τις ασφάλειές τους σε στερεότυπα. Ιδίως εάν κάποτε, κάποια στερεότυπα, έβαλαν κι οι ίδιοι ένα χεράκι να γκρεμιστούν. Κι αυτό τους τρόμαξε. Και βρήκαν καταφύγιο στο «πολιτικά ορθό»[6].

Είναι, όμως, να μην τρομάζεις; Στην Ελλάδα, αλλά και σ’όλο το λεγόμενο Δυτικό Κόσμο, η γενιά μου βίωσε πολλές ανατροπές. Ίσως περισσότερες από κάθε άλλη γενιά, ακόμη κι απ’ αυτές της Γαλλικής ή της Ρώσικης Επανάστασης. Πάμπολλα αυτονόητα αχρηστεύτηκαν σαν να μην υπήρξαν ποτέ: τα χωριστά σχολεία έγιναν μικτά, ο μισθός πέφτει στην τράπεζα κι όχι στο χέρι, το μακρινό έγινε κοντινό χάρη στις τηλεπικοινωνίες. Η πληθώρα των ερεθισμάτων μίκρυνε τους χρόνους, κι η κουβέντα με το γείτονα στο λιόγερμα, από αυλή σε αυλή, μετασχηματίστηκε σε αμήχανα βλέμματα μέσα στο ασανσέρ, πάντα απελπιστικά αργό.

Μεγαλώσαμε στα απόνερα του Πολέμου, παγκόσμιου κι εμφύλιου, αλλά πόλεμο δεν είδαμε. Είδαμε δικτατορία, αποτρόπαια βέβαια, αλλά πάντως ήπια, σε σχέση με άλλες χώρες όπου τα ποτάμια ξέβραζαν πτώματα[7]. Και πολύ ηπιότερη συγκριτικά με τα ποτάμια αίματος κι απανθρωπιάς του εμφυλίου. Όπως ήπια κι η ανθρωποκτόνα βία των εγχώριων ένοπλων ακροαριστερών οργανώσεων, που σε τριάντα χρόνια σκότωσαν όσο σκοτώνει σ’ ένα χτύπημα ο μέσος αντίστοιχος Βάσκος, Παλαιστίνιος ή Τσετσένος. Όλα είναι σχετικά.

Βάλαμε μυαλό; Ίσως. Για παράδειγμα, η περσινή τρομοϋστερία δεν έπιασε, τελικά, στον κόσμο, παρά τις συνεχιζόμενες προσπάθειες αναζωπύρωσής της. Ακόμα και τα πιο καλοπληρωμένα  βιολιά της την παραμελούν πλέον. Κυνηγούν άλλες υποθέσεις, πιο πιασάρικες, πιο προσοδοφόρες. Τουλάχιστον μέσα στα πλαίσια της λεγόμενης “κοινωνίας των δύο τρίτων”, οι αντιθέσεις έχουν αμβλυνθεί. Οι εμφυλιοπολεμικοί αλαλαγμοί ίσως φοβίζουν ξανά τους μεν (λιγότερο, ελπίζω). Δεν συσπειρώνουν όμως πλέον («ακόμα» μήπως είναι σωστότερο; Ελπίζω όχι) τους δε.

Είναι αυτό καλό ή κακό;

Ηλίθιο ερώτημα. Απλά, έτσι είναι. Παλιά οι οξυμένες αντιθέσεις χώριζαν τον κόσμο στα δύο. Εμείς κι αυτοί. Στη μέση ο βάλτος[8]. Σήμερα, στη γενικευμένη σούπα, το “εμείς” είναι δυσεύρετο. Το συλλογικό εγώ ψάχνει με αγωνία την αναφορά του: Ποδοσφαιρική ομάδα, μουσικό  συγκρότημα. Τόπο καταγωγής. Παρέα. Οικογένεια. Ζευγάρι. Τον εαυτό μου: το “εμείς” απορροφάται απ’ το “εγώ”. Θρίαμβος του ατομικισμού. Κοινωνία κατακερματισμένη σε μονάδες, στις οποίες δίνεται ως στόχος η προσωπική επιτυχία, η προσωπική καταξίωση, η προσωπική ευτυχία. Το καρότο.

Αλλά ο άνθρωπος είναι ζώο κοινωνικό. Το σύστημα έχει ανάγκη από ισχυρή συνοχή. Η πλήρης εξατομίκευση το διαλύει. Το “άρτος και θεάματα” εξασφαλίζει την ανοχή, όχι τη συνοχή. Χρειάζεται ένα γενικευμένο κοινωνικό “εγώ”, η ταύτιση του καθενός με το σύνολο, έστω και μερική.

Από τις δοκιμασμένες συνταγές, ο Εχθρός. Σατανικός, αιμοσταγής, απόλυτος. Οι χριστιανοί για το Νέρωνα, οι αιρετικοί για το Βασιλέα Ήλιο[9], οι εβραίοι για το Χίτλερ.

Η ύπαρξη (ανάδειξη, διόγκωση, εφεύρεση, κτλ.) του Εχθρού θέτει δίλημμα: Με μας ή με τον Εχθρό. Ποιος φόβος θα υπερισχύσει; Του Εχθρού; Ή μήπως θεωρηθείς κι εσύ Εχθρός; Η μέθοδος του αποδιοπομπαίου τράγου δεν είναι εφεύρεση του φασισμού. Είναι πανάρχαια.

Επιβλητικός ογκόλιθος μέσα στη μεταμοντέρνα σούπα ο Εχθρός. Ενδεχομένως τζούφιος. Αλλά αυτό που μετράει είναι οι εντυπώσεις, το χαρτί περιτυλίγματος.

Πρώτος Νόμος της Επικοινωνιολογίας: η παρουσίαση εξοβελίζει την ουσία. Γι αυτό και τα διαφημιστικά φυλλάδια τυπώνονται σε χαρτί πολυτελείας. Κι ας γεμίζουν τους σκουπιδοντενεκέδες.

            Πλήθος τα μηνύματα που φτιάχνουν την επικοινωνιακή σούπα. Αλληλοεξουδετερώνονται, και τα περιτυλίγματά τους επίσης. Ότι μείνει στο υποσυνείδητο από μια γρήγορη ματιά, να ο στόχος. Οι ειδικοί της χειραγώγησης το ξέρουν: δεν απευθύνονται στη σκέψη.

Βασικό εργαλείο τα σύμβολα, τα στερεότυπα, τα αρχέτυπα. Τα κλισέ. Η σκέψη του μέσου ανθρώπου πρέπει να είναι τυποποιημένη. Να μη βάζει ενοχλητικές ερωτήσεις. Καθόλου ερωτήσεις θάταν το καλύτερο, αλλά δε γίνεται, η σκέψη η άτιμη είναι σαν το νερό, όπου βρει χαραμάδα γλυστράει, όπου βρει πορώδες διαχέεται.

Φιλότιμα, το εκπαιδευτικό μας σύστημα επιστρατεύεται στη ρομποτοποίηση των παιδιών. Θυσία η ελεύθερη σκέψη στο βωμό της «επιτυχίας», μονόδρομος η αποστήθιση. Με έπαθλο το δίπλωμα. Δίπλωμα που στέφει γνώσεις επιφανειακές, αποσπασματικές, με ημερομηνία λήξης. Συνταγές. Ή ακόμα, δίπλωμα αυτοσκοπός, δίπλωμα που τίποτα δεν έχει μέσα όσο κι αν το ξεδιπλώσεις, δίπλωμα κενό.

Απαισιοδοξία; Όχι, διαύγεια, ή τουλάχιστον προσπάθεια. Όταν κάτι σε ενοχλεί αντιδράς, είτε είσαι άνθρωπος, είτε τίγρης, είτε μύγα. Απ’ όλα τα ζώα, ο άνθρωπος μόνος σκέφτεται με όρους αιτίου και αιτιατού και μπορεί να στρέψει την αντίδρασή του όχι στην ενόχληση, αλλά στην πηγή της ενόχλησης. Ή και στην πηγή της πηγής.

Οι ανθρώπινες κοινωνίες  το ίδιο. Όταν κάτι ενοχλεί επί της ουσίας, κανένα περιτύλιγμα δεν καταφέρνει να το καλύψει. Ακόμη κι αν πρόκειται για κατασκευή ανθρώπινη[10], ιδίως τότε. Κι η αντίδραση στην ενόχληση ποικίλλει. Αντίδραση κοινωνική, άθροισμα–συνισταμένη των ατομικών αντιδράσεων. Που μπορεί να αλληλοαναιρούνται. Ή να συντονίζονται και να δημιουργούν ρεύματα.

Καταλύτης στο συντονισμό των ατομικών θελήσεων, η κατανόηση των αιτίων της ενόχλησης. Δύσκολο θέμα ο από κοινού εντοπισμός αυτών των αιτίων[11]. Αλλά και σε ατομικό επίπεδο, βασιλική οδός δεν υπάρχει. Από τη μια τα στερεότυπα, απ’ την άλλη οι αποπροσανατολιστικές τοποθετήσεις των προβλημάτων, πάμπολλες οι παγίδες στο δρόμο της σκέψης.

Δεν πειράζει. Σαρανταεφτά φορές θα φάμε τα μούτρα μας, σαρανταεφτά φορές θα ξαναδιατυπώσουμε το πρόβλημα με άλλα λόγια. Με δικά μας λόγια.  Όσες φορές αντέχουμε. Όσο το ερέθισμα είναι ισχυρό, συνεχίζουμε. Κι όταν καταλάβουμε, αν καταλάβουμε, την ηδονή της κατανόησης δεν μπορεί κανείς να μας την πάρει.

Η Ιστορία συνεχίζεται.


[1] Ποιες οι ομοιότητες κι οι διαφορές μεταξύ δόγματος Μπους και επαναστατικής διαδικασίας; Ωραίο θέμα έκθεσης…

[2] Μεγάλη ατυχία αυτό.

[3] Μερικούς από τους δικούς τους και περισσότερους από τους απέναντι.

[4] Στο μυθιστόρημα «1984».

[5] Επείγει να θυμηθούμε το Λορέντζο Μαβίλη: δεν υπάρχουν χυδαίες λέξεις, υπάρχουν χυδαίοι άνθρωποι.

[6] Αγγλοσαξωνικά, politically correct.

[7] Ευτυχώς η τηλεόραση δεν έδειχνε τις αγριότητες των άλλων, ώστε να αναφωνούμε “κάλιο Παπαδόπουλος παρά Βιντέλα!”.

[8] Οι αναποφάσιστοι, κατά την ορολογία της Γαλλικής Επανάστασης.

[9] Οι οποίοι, εκτός από αιρετικοί, δεν ήθελαν να πληρώνουν όλους τους φόρους.

[10] Μην ξεχνάμε ότι νόμοι, έθιμα, κώδικες, αξίες, δεν είναι της φύσης, αλλά της ανθρώπινης κοινωνίας κατασκευές.

[11] Το  «Πέντε δυσκολίες να πεις την αλήθεια», του Μπρεχτ, παραμένει αξιοδιάβαστο παρά την ηλικία του.

Μάης 68 – 3

Ιουνίου 21, 2011

Δημοσιεύτηκε στην Ουτοπία, τ. 78, Μάιος 2008

Μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο!

 ή

Απόπειρα να εξιχνιαστούν τα απρόσμενα, απερίγραπτα, ανεπανάληπτα, συνταρακτικά, εκθαμβωτικά, μυθικά «γεγονότα» του Μάη του 68, που έφεραν τον κόσμο πάνω-κάτω, χωρίς τελικά να αλλάξει τίποτα καταπώς λένε μερικοί κι όμως τίποτα δεν ήταν όπως πριν.

 

Κάθε επετειακή παρουσίαση μιας ιστορικής στιγμής κινδυνεύει να εξελιχθεί σε επανάληψη κοινοτοπιών: σαράντα χρόνια μετά, δεν έχουν ειπωθεί τα πάντα; Από την άλλη, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο θέμα είναι τόσο πολύπλευρο και ο ιστορικός χρόνος τόσο πυκνός σε σημαντικές στιγμές, κάθε παρουσίαση είναι αναγκαστικά αποσπασματική, ατελής και υποκειμενική. Πόσο μάλλον όταν ο γράφων συμμετείχε στα γεγονότα, πράγμα που επιδρά στην οπτική του γωνία ως προς τη θέση, το εύρος και την απόσταση.

 

Το 1968 και ο Μάης

 

Έστω. Ας θυμηθούμε πρώτα ότι ο Μάης έγινε σε μια χρονιά πλούσια σε εντάσεις και γεγονότα με διεθνή απήχηση: Η άνοιξη της Πράγας και η αυγουστιάτικη εισβολή των αδελφών χωρών στην Τσεχοσλοβακία, η επίθεση του Τετ του βιετναμέζικου ΕΑΜ και η μετέπειτα έναρξη των αμερικανο-βιετναμέζικων συνομιλιών, η δολοφονία του Τσε και του Μάρτιν Λούθερ Κιγκ. Στον ελληνικό χώρο έχουμε τη διάσπαση του ΚΚΕ, την απόπειρα Παναγούλη και την κηδεία του Παπανδρέου, στη Λατινική Αμερική εκδηλώνονται διαδοχικά πραξικοπήματα, στην Κίνα η Πολιτιστική Επανάσταση κορυφώνεται και εισπράττεται στη Δύση σαν αγώνας εναντίον των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων, στις ΗΠΑ εντείνεται το αντιρατσιστικό κίνημα και η καταστολή του: οι Μαύροι Πάνθηρες δημιουργούν παράλληλες δομές εξουσίας στα γκέτο και χτυπιούνται με κάθε τρόπο, ενώ συμβολικά μένει αποτυπωμένο το σήκωμα της γροθιάς με σκυμμένο το κεφάλι των Σμιθ και Κάρλος, στην απονομή μεταλλίων των Ολυμπιακών του Μεξικού, πράξη για την οποία τους αφαιρέθηκαν τα μετάλλια και εκδιώχτηκαν από την ολυμπιακή αποστολή.  .

Το χαρακτηριστικότερο αυτής της χρονιάς είναι η εξάπλωση ενός ριζοσπαστικού φοιτητικού κινήματος σε παγκόσμιο επίπεδο. Όχι μόνο σε Δυτική Ευρώπη και Βόρεια Αμερική, αλλά και στην Ιαπωνία, την Ανατολική Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική οι φοιτητές ξεσηκώθηκαν, και αντιμετώπισαν συχνά την πιο άγρια καταστολή, με αγριότερη τη μαζική σφαγή στην Πλατεία Τριών Πολιτισμών από το μεξικανικό στρατό λίγο πριν τους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο Μάης του 68 δεν ήταν ένας μεμονωμένος κοινωνικός πυρετός, αλλά το σημαντικότερο ορόσημο ενός πολύ ευρύτερου κινήματος[1]. Σημαντικότερο επειδή εξαπλώθηκε πέρα από τα όρια του φοιτητικού χώρου και ταρακούνησε και τα πιο απομακρυσμένα κομμάτια του κοινωνικού ιστού.

 

Ας εξιστορήσουμε λοιπόν συνοπτικά τα γεγονότα. Την Παρασκευή 3 Μαΐου γίνεται στη Σορβόννη μια πολιτική φοιτητική εκδήλωση. Ο πρύτανης την απαγορεύει και καλεί την αστυνομία. Οι διοργανωτές διαπραγματεύονται με την αστυνομία και συμφωνούν να εκκενώσουν το κτίριο ειρηνικά. Όμως στην έξοδο συλλαμβάνονται, γεμίζουν δυο κλούβες και οδηγούνται στα κρατητήρια. Το γεγονός μαθεύεται, και σε δύο ώρες το Καρτιέ Λατέν[2] είναι γεμάτο φοιτητές που μάχονται με τους αστυνομικούς σώμα με σώμα, για πρώτη φορά μεταπολεμικά στα δυτικοευρωπαϊκά χρονικά[3].

Από τη Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή 10 Μάιου, γίνονται καθημερινές φοιτητικές διαδηλώσεις, με δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτών, με αρχικά κεντρικό σύνθημα «ελευθερώστε τους συμφοιτητές μας[4]», δεδομένου ότι 13 από τους συλληφθέντες είχαν καταδικαστεί κυριακάτικα με αυτόφωρη διαδικασία.

Την Παρασκευή οι διαδηλωτές δεν διαλύονται αλλά παραμένουν στο Καρτιέ Λατέν, όπου στήνουν οδοφράγματα και ξηλώνουν το λιθόστρωτο για πυρομαχικά[5]. Η αστυνομία παρατάσσεται απέναντι και επιτίθεται μετά τις μία τη νύχτα, αφού είχε κλείσει το μετρό. Απολογισμός: εξήντα οδοφράγματα, χίλιοι και πάνω τραυματίες, δεκάδες συλλήψεις. Δημοσιογραφικά, το γεγονός καλύπτεται ζωντανά από τους (τρεις) μη κρατικούς ραδιοσταθμούς.

Τη Δευτέρα 13 Μαΐου γίνεται εικοστετράωρη γενική απεργία και διαδήλωση στο Παρίσι με σχεδόν ένα εκατομμύριο κόσμο. Ο πρωθυπουργός (και μετέπειτα πρόεδρος της Γαλλίας) Πομπιντού αποσύρει την αστυνομία. Τα πανεπιστήμια ανοίγουν και καταλαμβάνονται από φοιτητές, ενώ το (πρωτοποριακό) κρατικό θέατρο Οντεόν καταλαμβάνεται από καλλιτέχνες. Καταλήψεις και μόνιμες γενικές συνελεύσεις εξαπλώνονται και στην επαρχία. Από Τετάρτη 15 Μάιου ξεσπούν από τα κάτω διαδοχικές απεργίες με καταλήψεις των χώρων εργασίας. Μέσα σε μια βδομάδα οι απεργοί ξεπερνούν τα εννέα εκατομμύρια σε όλη τη Γαλλία.

Η κατάσταση οξύνεται. Στο Παρίσι ξαναγίνονται οδομαχίες. Τη Παρασκευή 24 Μαΐου ο πρόεδρος ντε Γκωλ απευθύνεται στο έθνος και προτείνει για διέξοδο από την κρίση ένα δημοψήφισμα με θέμα τη συμμετοχή των πολιτών στην πολιτική και την οικονομία[6]. Η πρόταση πέφτει στο κενό και οι διαδηλωτές βάζουν φωτιά στο Χρηματιστήριο του Παρισιού. Στις 25 αρχίζουν τριμερείς διαπραγματεύσεις συνδικάτων, κυβέρνησης και εργοδοτών, που στις 27 καταλήγουν στη συμφωνία της Γκρενέλ[7]. Παρά τις υποχωρήσεις της εργοδοσίας η απεργία δε σταματάει στις περισσότερες και τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις[8]. Ο ντε Γκωλ εξαφανίζεται για ένα εικοστετράωρο (για επαφές ώστε να εξασφαλίσει τη στήριξη του στρατού), και επικρατεί αίσθηση κενού εξουσίας.

Στις 30 Μαΐου ο ντε Γκωλ επιστρέφει, προκηρύσσει εκλογές για τις 23 και 30 Ιουνίου, ενώ το επιτελείο του οργανώνει διαδήλωση στήριξης στο Παρίσι (όπως και στην επαρχία), σχεδόν ισάριθμη με αυτήν της 13 Μαΐου. Η βενζίνη, εξαφανισμένη για δέκα μέρες, επανέρχεται στα πρατήρια ενόψει του τριήμερου της Πεντηκοστής. Τα κόμματα αρχίζουν την προεκλογική τους εκστρατεία, οι ακροαριστερές οργανώσεις τίθενται εκτός νόμου, το απεργιακό κίνημα υποχωρεί σιγά σιγά. Οι βουλευτικές εκλογές δίνουν πάνω από 50% στον κυβερνητικό συνασπισμό και 75% των εδρών στη βουλή[9].

 

Το γιατί και το πώς

 

Εδώ προβάλλει ένα ερώτημα: Γιατί; Συγκρούσεις και συλλήψεις παντού και πάντα γίνονται, δεν καταλήγουν όμως σε εξεγέρσεις και μάλιστα τέτοιας έκτασης. Τι ιδιαίτερο συνέβη, τι ξερόχορτα προϋπήρχαν ώστε μια άστοχη μαζική σύλληψη να γίνει σπίθα που έβαλε φωτιά στην ανυποψίαστη πεδιάδα;

Πλήρεις απαντήσεις βέβαια σε τέτοια ερωτήματα δεν υπάρχουν, προσεγγίσεις όμως ναι. Πρώτη προσέγγιση έχουμε σε τακτικό επίπεδο, όπου ο αντίπαλος συσσώρευσε τα λάθη. Την πρώτη βδομάδα, η στάση (πράξεις και δηλώσεις) των κάθε λογής φορέων εξουσίας εισπράχθηκε από τους φοιτητές ως βία, απάτη, εμπαιγμός και περιφρόνηση – ή, στις καλύτερες των περιπτώσεων, αμηχανία και ασχετοσύνη. Αθέτηση συμφωνίας οι αρχικές συλλήψεις της Σορβόννης, ασύμμετρη κλιμάκωση της καταστολής οι κυριακάτικες καταδίκες, ακαμψία η εμμονή στη μη αποφυλάκιση. Τα προσχήματα περί ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και της αποφυλάκισης με χρονοβόρες διαδικαστικές προσφυγές όχι μόνο δεν έπεισαν, αλλά συντέλεσαν στην καταρράκωση της κρατικής νομιμότητας στα μάτια ενός κινήματος που ήδη άρχιζε να αμφισβητεί τα πάντα.

Το σύστημα[10] υποτίμησε, αρχικά τουλάχιστον, τον αντίπαλό του. Από το κομμουνιστικό κόμμα, σαφώς εχθρικό μέχρι και την Τετάρτη 11 Μαΐου, όπου μίλησε για «αριστερίστικες μικροομαδούλες[11]» και «Γερμανό αναρχικό[12]», μέχρι τον ίδιο το ντε Γκωλ που αναφώνησε «Η μεταρρύθμιση ναι, ο χαβαλές όχι![13]», είχαν όλοι πέσει έξω τουλάχιστον στα μεγέθη, με αποτέλεσμα διαδηλώσεις των τριάντα, πενήντα, ίσως και εκατό χιλιάδων, να κραυγάζουν στα παριζιάνικα βουλεβάρτα «Είμαστε όλοι Γερμανοί εβραίοι» ή «Δεν είμαστε παρά μια μικροομαδούλα!».

Από απέναντι, υπήρξε μια σταδιακή άνοδος της αυτοπεποίθησης και της αγωνιστικότητας, με αποτέλεσμα την συνεχή διόγκωση του κινήματος. Υπήρχε η αίσθηση ότι βαδίζαμε από νίκη σε νίκη και μάλιστα κάθε Παρασκευή. Η πρώτη νίκη ήταν εναντίον του φόβου: ως τότε, μόλις οι μπάτσοι εφορμούσαν στις φοιτητικές διαδηλώσεις, έτρεχαν όλοι να σωθούν. Μετά τις αναίτιες συλλήψεις, οι ίδιοι οι φοιτητές όρμησαν, και μάλιστα χωρίς τα στελέχη του κινήματος που βρίσκονταν μέσα στις κλούβες, αυθόρμητα. Η δεύτερη ήταν η μετατροπή της στρατιωτικής ήττας των οδοφραγμάτων σε πολιτική νίκη, με τη γενική απεργία, τη μεγάλη διαδήλωση, το κύμα των καταλήψεων. Την τρίτη Παρασκευή η εργατική τάξη μπήκε για τα καλά στο παιχνίδι: μέσα σε τρεις μέρες υπήρξε μια χιονοστιβάδα απεργιών, που κατέληξε σε μια γενική απεργία η οποία ουδέποτε κηρύχθηκε. Και την επόμενη Παρασκευή, ο ντε Γκωλ φαλτσάρισε άγρια, υποσχόμενος μια νεφελώδη μεταρρύθμιση του συστήματος με δημοψήφισμα: Όλοι τον άκουγαν από το ραδιόφωνο, αναφώνησαν «μα δεν είπε τίποτα!», και οι διαδηλωτές πήγαν να κάψουν το Χρηματιστήριο. Την επόμενη βδομάδα τα πράγματα αλλάζουν.

 

Τα πριν

 

Η τακτική θεώρηση των εξελίξεων φωτίζει κάπως, δεν αρκεί όμως να εξηγήσει ούτε την ένταση, ούτε, κυρίως, την απήχηση που είχαν τα γεγονότα. Χρειάζεται να σκύψουμε στη φύση και την ιστορικότητα των αντιθέσεων.

Η γενιά του ’60  ενηλικιώθηκε στη σκιά του πολέμου, χωρίς να τον έχει ζήσει. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος λειτούργησε σαν παράγοντας κοινωνικής συντήρησης και συνοχής. Με διαφορετικούς τρόπους σε κάθε χώρα: είτε ως μόνιμη αναφορά δεινών, ηρωισμού κτλ. (φάε το φαΐ σου γιατί στην κατοχή δεν είχε να φας), ή αντίθετα, στη Γερμανία π.χ., ως απειλητικό κενό συλλογικής μνήμης και αδήλωτη συλλογική ενοχή (και συνενοχή). Η γενιά αυτή μεγάλωσε με το φόβο και την απέχθεια ενός κατακλυσμού που δεν είχε βιώσει στο πετσί της, ενός μύθου. Ενώ η πραγματικότητα που βίωνε ήταν τελείως διαφορετική από αυτή των γονιών της.

Ο πόλεμος άφησε πίσω του ερείπια. Κληροδότησε επίσης απέχθεια προς το φασισμό, ως πηγή πολέμου, ανισοτήτων, βίας και καταναγκασμού. Για την ανασυγκρότηση και την ανοικοδόμηση χρειαζόταν δουλειά, επομένως και κοινωνική συνοχή. Χρειαζόταν επίσης να αποφευχθούν οι συνθήκες που οδήγησαν στην άνοδο του φασισμού. Στις καπιταλιστικές μητροπόλεις αυτό οδήγησε σε μια ταξική ανακωχή[14], με σημαντικές κατακτήσεις των εργαζομένων: κράτος πρόνοιας, δουλειά, περίθαλψη, παιδεία για όλους, γενίκευση των αστικοδημοκρατικών ελευθεριών[15]. Ώστε όλοι να ανασκουμπωθούν χωρίς προβλήματα, για έναν καινούργιο κόσμο χωρίς πολέμους. Και κάπως έτσι έγινε.

Οι μητροπόλεις όμως είχαν και αποικίες. Αποικίες από τις οποίες στρατολόγησαν κόσμο να πολεμήσει, ζητώντας του να θυσιαστεί για την ελευθερία. Και που, ενώ αντιμετώπιζαν τον ίδιο θάνατο με τους λευκούς στρατιώτες, μετά τον πόλεμο ξανάγιναν δούλοι. Πράγμα δύσκολα ανεκτό[16].

Οι αποικίες δυσανασχετούν, ξεσηκώνονται, αρχίζουν εξεγέρσεις, ένοπλες συρράξεις, ανταρτοπόλεμοι. Οι μητροπόλεις ξαναβρίσκονται σε πόλεμο, αποικιακό αυτή τη φορά. Ειδικότερα η Γαλλία, με Μαρόκο, Τυνησία, Ινδοκίνα, Αλγερία και άλλα μικρότερα μέτωπα. Επίσης οι ΗΠΑ, που, εκτός από τις «εσωτερικές αποικίες» (μαύροι και άλλες μειονότητες), ανάγονται πλέον σε παγκόσμιο χωροφύλακα, ξεκινώντας από το (διχοτομημένο μετά τις συμφωνίες της Γενεύης, 1953) Βιετνάμ.

Είκοσι χρόνια μετά τον πόλεμο, φόβος πολέμου δεν δικαιολογείται από την καθημερινή πραγματικότητα αλλά από αίτια που εισπράττονται ως εξωγενή, όπως ο πυρηνικός ανταγωνισμός ή η διατήρηση των αποικιών και σφαιρών επιρροής. Η ανοικοδόμηση έχει συντελεσθεί, η κατάσταση δείχνει ομαλή, αλλά πλήθος καταναγκασμοί, που φαντάζουν αναχρονιστικοί, διέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις.

Η αναντιστοιχία αυτή δουλεύει υπόγεια, ασυνείδητα και μαζικά. Η τέχνη προηγείται ως πιο ευαίσθητος δέκτης, και μάλιστα οι τέχνες που απευθύνονται στους πολλούς: σινεμά και τραγούδι. Ο γαλλικός κι ο ιταλικός κινηματογράφος αντί να αναπαράγουν στερεότυπα σκαλίζουν θέματα που καίνε, από τη σεξουαλικότητα μέχρι το νόημα της ζωής, ανακατεύοντας πολλές φορές τραγωδία και κωμωδία στο ίδιο έργο[17]. Και μυριάδες νέοι παραληρούν στις συναυλίες ακούγοντας τους Μπητλς να τραγουδούν Help! I need somebody!

Οι φοιτητές αισθάνονται την αντίφαση έντονα αλλά υπόγεια. Προορισμένοι για μια λαμπρή καριέρα στελέχους στο σύστημα, καλούνται να θυσιάσουν το σήμερα για το αύριο εν ονόματι του χτες. Έχοντας νοιώσει ο καθένας προσωπικά στο πετσί του χιλιάδες μικροαδικίες, μικροστερήσεις, μικροϋποκρισίες. Του τύπου να κόβεσαι στις εξετάσεις επειδή δε φορούσες γραβάτα. Καταστάσεις τραυματικές, απολίτικες, καθημερινές.

Οι πρώτες μέρες του Μάη έτσι βιώθηκαν. Ότι αυτό που συμβαίνει σε μένα συμβαίνει σε όλους. Ότι είναι χαρακτηριστικό του συστήματος. Κι ότι είμαστε πολλοί που νοιώθουμε έτσι. Κι αυτό είναι δύναμη. Φτάνει πια, αρκετά μας δουλεύουν. Ούτε τους θέλουμε, ούτε την ανάγκη τους έχουμε.

Βιώθηκαν, δεν ειπώθηκαν ρητά. Ο ρητός λόγος ήρθε αργότερα, χιλιόπλευρος. Με αφίσες που έκαναν το γύρο του κόσμου μετέπειτα: Τρέχα φίλε, ο παλιός κόσμος είναι ξοπίσω σου! Αλλά την πρώτη στιγμή, το σοκ ήταν ο σχηματισμός συλλογικής συνείδησης. Όταν το προσωπικό γίνεται συλλογικό, όταν το απολίτικο γίνεται πολιτικό, όταν το πλήθος παράγει γεγονότα, τα βιβλία λένε ότι πρόκειται για εξέγερση. Ή για επανάσταση[18].

 

Ήταν ο Μάης κίνημα αναμόρφωσης του καπιταλισμού;

 

Ας κάνουμε εδώ μια παρέκβαση. Πολλοί στηρίχτηκαν στο γεγονός ότι η απελευθέρωση από τους κοινωνικούς καταναγκασμούς και η αμφισβήτηση της παράδοσης ήταν κεντρικό ζητούμενο, για να πουν ότι η κύρια πλευρά του Μάη ήταν μια διαδικασία αυτοανανέωσης του καπιταλισμού. Ό ίδιος ο Μαρξ δεν είπε ότι ο καπιταλισμός είναι καταδικασμένος στη φυγή προς τα εμπρός για να επιβιώσει, καταστρέφοντας και ανανεώνοντας ότι προϋπάρχει; Έτσι κι ο Μάης, καταστρέφοντας τις παραδοσιακές αξίες ανοίγει το δρόμο στην ελευθερία του επιχειρείν χωρίς φραγμούς. Και φορείς αυτής της καπιταλιστικής ανανέωσης οι μικροαστοί φοιτητές, που βολεύτηκαν μετά σε θέσεις εξουσίας.

Υπάρχει ένα βαθύ σόφισμα σ’ αυτή την άποψη. Ο καπιταλισμός δεν έχει βούληση ούτε κάνει σχέδια. Βούληση και δράση έχουν οι κοινωνικές τάξεις και ομάδες. Και επειδή η Ιστορία συνεχίζεται, φυσικό είναι η κυρίαρχη τάξη να προσπαθήσει να ενσωματώσει οτιδήποτε μπορεί μετά την κρίση – απόψεις, θεσμούς, άτομα[19] – ώστε να ξαναστερεώσει την κλονισμένη εξουσία της για να αποφύγει τυχόν υποτροπές, και να εκμεταλλευθεί για δικό της όφελος τα ρήγματα που υπέστη η κοινωνική συνοχή. Ο κίνδυνος αυτός ήταν ορατός μέσα στον πυρετό της στιγμής, και το σύνθημα Non a la cupération![20] ήταν από τα κυρίαρχα.

Είναι γεγονός βέβαια ότι η έννοια της ελευθερίας υπάρχει και στη φιλελεύθερη και στη σοσιαλιστική ιδεολογία, κι η καθεμία την προσαρμόζει κατά το δοκούν. Και οι δύο αντλούν έμπνευση από το Διαφωτισμό και την Γαλλική επανάσταση. Ειδικά στη Γαλλία, όπου τα ονόματα Ντεκάρτ και Φλωμπέρ είναι εξίσου γνωστά όπως στην Ελλάδα τα Κολοκοτρώνης και Κανάρης. Και η έννοια της ελευθερίας έχει ως παράγωγο την αμφισβήτηση (contestation, άλλη λέξη-κλειδί του Μάη): Καίρια αποσπάσματα από το «Λόγο περί Μεθόδου» του πρώτου[21], καθώς κι ο τίτλος «Λεξικό των προκατασκευασμένων ιδεών» του δεύτερου, διδάσκονται στα σχολεία. «Ελευθερία» δεν σημαίνει εξαρχής «ελευθερία να εκμεταλλεύεσαι το διπλανό», άσχετα αν εκεί καταλήγει για κάποιους.

Γεγονός επίσης ότι οι φοιτητές είχαν κυρίως μικροαστική προέλευση[22]. Γεγονός όμως και ότι οι μυριάδες που κατέβηκαν στους δρόμους απαρνήθηκαν τη μικροαστική ιδεολογία της κοινωνικής ανόδου μέσω της προσωπικής προσπάθειας, και τη συνακόλουθη εμπιστοσύνη στο σύστημα και τους θεσμούς του. Κι αυτό όχι μόνο μέσα στην έξαρση της εξέγερσης αλλά και μετέπειτα. Για τη μεγάλη πλειοψηφία, η ένταξη στην παραγωγή (αν δε δουλέψεις δε θα φας) δεν σήμαινε ενσωμάτωση στο σύστημα, αλλά αντίσταση σ’ αυτό. Και πολλοί ήταν αυτοί που δοκίμασαν εναλλακτικές προσωπικές λύσεις στα όρια του συστήματος, βάζοντας πλώρη για αλλού: στον τρίτο κόσμο, τη φύση, κ.ά. Το ότι σήμερα μιλάμε για βιολογικές τροφές, ρύπανση του περιβάλλοντος ή εναλλακτικές μορφές ενέργειας, από το 68 ξεκινάει.

Η άρνηση ήταν συλλογική. Μεταφράστηκε σε εκατομμύρια προσωπικές ρήξεις. Η αμφισβήτηση δεν αρκέστηκε σε αιτήματα, προχώρησε σε πράξεις. Άρνηση της υποταγής και ελευθερία της έκφρασης, άρνηση της ερωτικής ιδιοκτησίας και ελευθερία των σχέσεων, άρνηση του τελετουργικού και ελευθερία της εμπειρίας, άρνηση της αυθεντίας και ελευθερία της κριτικής – και της κριτικής της κριτικής. Άρνηση-υπέρβαση του φόβου, ενός φόβου θρεμμένου από τις τραυματικές εμπειρίες των προγενεστέρων. Έγιναν όλοι Καρτέσιοι κι έδιωξαν τις ετοιμοφόρετες ιδέες απ’ το κεφάλι τους.

Αλλά αυτό που προέκυψε δεν ήταν λευκό χαρτί. Ήταν ο χωρισμός του κόσμου στα δύο, στο «εμείς» και στο «αυτοί». Κι ανάμεσα μια αχανής γκρίζα ζώνη. Το «εγώ» μόνο ως στοιχείο και έκφραση του «εμείς» μπορούσε να υπάρξει και να δικαιωθεί.

Η συλλογικότητα επιβλήθηκε στην πράξη. Πηγαδάκια σχολιασμού από αγνώστους ξεφύτρωναν σε κάθε σημείο, εκεί όπου πριν οι ματιές των περαστικών ή των επιβατών ποτέ δε συναντιόντουσαν. Κι εκεί που οι άνθρωποι γνωριζόντουσαν, το αυθόρμητο ξέσπασμα άρχισε, από την πρώτη βδομάδα, να οργανώνεται σε κύτταρα συλλογικής παρέμβασης: τις Επιτροπές Δράσης (Comités d’ Action). Με τις καταλήψεις, από τις 13 Μάη και μετά, το σκηνικό συμπληρώθηκε με τις Γενικές Συνελεύσεις, που λειτουργούσαν αμεσοδημοκρατικά και σε διαρκή συνεδρίαση (ίσως με κάποιες διακοπές για ύπνο, άλλα όχι πάντα).

Παράλληλα, το θρυψάλιασμα του μικροαστικού κομφορμισμού άφησε το πεδίο ελεύθερο ώστε να αναδυθούν απωθημένες συλλογικές μνήμες. Η γαλλική ιστορία είναι ίσως η πιο πλούσια σε εξεγέρσεις κι επαναστάσεις: τουλάχιστον τέσσερις (1789, 1830, 1848, 1871) συνδυάζονται με καθεστωτική αλλαγή (ασχέτως αν, αργά ή γρήγορα, όλες ηττήθηκαν). Και το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα τις εξιστορεί χωρίς να στρογγυλεύει τις γωνίες, χωρίς να κρύβει τα αίματα, χωρίς να βρίζει τους ηττημένους. Μ’ αυτή την κουλτούρα πίσω της, η γενιά του Μάη έκανε την ταύτισή της με τους επαναστάτες του τότε, υιοθετώντας αναφορές, χαρακτηρισμούς και συμπεριφορές. Με υπέρτατη συμβολική αναφορά τα οδοφράγματα. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των εξεγέρσεων, τα οδοφράγματα μίλησαν άμεσα στην εργατική τάξη και προκάλεσαν την τεράστια πορεία αλληλεγγύης της 13ης Μαΐου. Οι ταξικοί φραγμοί άρχισαν να χαμηλώνουν, οι εργάτες αντί να βλέπουν τους φοιτητές σαν καλοταϊσμένα τέκνα του αντίπαλου άρχισαν να τους βλέπουν σα συναγωνιστές που δε λάκιζαν με το πρώτο μπουμ. Ενδιαφέρθηκαν και είδαν όχι μόνο κοινές αναφορές αλλά και μεθόδους πάλης αξιοσημείωτες. Ξεφύτρωσαν απεργιακές επιτροπές παντού, κι έγιναν καταλήψεις των χώρων δουλειάς παντού, γεγονός πρωτόφαντο. Μέχρι και προσπάθειες αυτοδιαχείρισης εμφανίστηκαν[23]. Ο Μάης δεν ήταν μόνο ποσοτικά η μεγαλύτερη απεργία που έγινε ποτέ (εννιά εκατομμύρια επί ένα μήνα), αλλά και ποιοτικά, υιοθετώντας ριζοσπαστικές μορφές πάλης, ξανάφερε στο προσκήνιο ξεχασμένα ερωτήματα: Τους αντεργατικούς (δήθεν ουδέτερους, αλλά στην ουσία ανισόβαρους) νόμους, η εργατική τάξη πότε τους σέβεται και πότε τους παραβιάζει; Η οργάνωση της παραγωγής που επιβάλλει το κεφάλαιο είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία της παραγωγής, όπως η πηγή θερμότητας για το βράσιμο του νερού; Ερωτήματα προφανώς ρητορικά: η παιδική εργασία αλλού ή άλλοτε είναι κανόνας, αλλού ή άλλοτε απαγορεύεται. Οι κοινωνικοί νόμοι ποικίλλουν στι χώρο και στο χρόνο.

Ερωτήματα όμως που δεν πρέπει να τίθενται. Άλλο οι φυσικοί νόμοι, σταθεροί σε ανθρώπινη κλίμακα, κι άλλο οι κοινωνικές συμβάσεις, ανθρώπινο προϊόν, άρα άνθρωποι μπορούν να τις αλλάξουν. Γι’ αυτό, η διατήρηση της καθεστηκυίας τάξης απαιτεί να κρύβεται η διαφορά, επιβάλλει να μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι: Φυσιολογικό το χώμα να γίνεται λάσπη όταν βρέχει, φυσιολογικό να παρελαύνουν οι μαθητές στις εθνικές γιορτές (στην Ελλάδα∙ αλλού όχι απαραίτητα).

Φοιτητές κι εργάτες το Μάη έπαψαν να το χάβουν: Οι ανθρώπινες κατασκευές από ανθρώπους ανατρέπονται.

 

Εξέγερση και εξουσία

 

Και όμως, ο Μάης δεν ανέτρεψε. Δηλαδή δεν ανέτρεψε την εξουσία. Την κρίσιμη στιγμή του κενού εξουσίας, όπου γραμμή πλεύσης δεν υπήρχε ούτε στην κυβέρνηση ούτε στην αντιπολίτευση, παρά μόνο αποκλίνουσες φωνές για το πώς να αντιμετωπιστεί το τσουνάμι, κανείς δε βρέθηκε να επιτεθεί στα «χειμερινά ανάκτορα». Αλλά και κανείς δεν ενδιαφέρθηκε: οι διαδηλώσεις αγνόησαν επιδεικτικά τη Βουλή, έκαψαν όμως το Χρηματιστήριο. Το κίνημα δεν έθεσε θέμα εξουσίας, έθεσε θέμα κατάργησής της.

Απέναντι σε ένα αντίπαλο που δεν έπαιζε με τους κανόνες του παιχνιδιού, ο ντε Γκωλ, που ευθύνεται για τις προηγούμενες ατσαλιές, έκανε μια απλή, ιδιοφυή κίνηση: μετατόπισε το πρόβλημα. Αντί του ερωτήματος «πως θα αντιμετωπίσουμε τον κόσμο» έθεσε το «τι θέλει ο κόσμος», προσθέτοντας «υπάρχει τρόπος να το μάθουμε, δοκιμασμένος, οι εκλογές». Με άλλα λόγια, «υπάρχουν κανόνες για όποιον θέλει την εξουσία, οι κανόνες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας». Πέρα από την καθημερινή αντιμετώπιση του κύματος με πρόχειρα φράγματα (αστυνομική καταστολή, στρατό σε ετοιμότητα, εκτός νόμου μια ντουζίνα ακροαριστερές οργανώσεις, κτλ.), έσκαψε και αυλάκι εκτροπής του ρεύματος: Εμείς έχουμε πρόταση εξουσίας, εσείς όχι.

Το κίνημα είχε πρόταση, την άμεση δημοκρατία. Είχε και πρότυπο, την Παρισινή Κοινότητα του 1871[24], πρότυπο δοκιμασμένο για καιρούς κρίσης: η Ρώσικη επανάσταση, δομημένη στο ίδιο πρότυπο, κατάφερε να κερδίσει. Όχι όμως για καιρούς νηνεμίας. Το τελικό σοβιετικό μοντέλο ήταν εξίσου απεχθές κι εξάλλου οι φοιτητές της Ανατολικής Ευρώπης ήταν κι αυτοί στους δρόμους στην Πράγα, τη Βαρσοβία, το Βελιγράδι.

Ακόμη κι αν πολλοί αναρωτιόντουσαν, σε προσωπικό επίπεδο ή σε κύκλους ομοϊδεατών, πως θα είναι μετά, το κίνημα δεν έθετε το ερώτημα, γιατί το είχε λύσει: Το μετά είναι η συνέχιση του τώρα, η συνεχής ανατροπή. Το ποτάμι πίσω δε γυρνά, το δίλημμα «κρίση ή νηνεμία» φαντάζει μεταφυσικό. Θεωρώντας δεδομένη την υπεροχή της άμεσης δημοκρατίας αρκέστηκε στην καταγγελία της αντιπροσωπευτικής: δεν αποφασίζουμε τι να κάνουμε, παρά μόνο, κάθε τέσσερα χρόνια, ποιος θα μας λέει τι να κάνουμε. Είμαστε ελεύθεροι μια μέρα κάθε τέσσερα χρόνια, και μάλιστα ούτε καν, γιατί οι επιλογές μας είναι προκάτ. Συνθηματολογικά, «élections, piège à cons», εκλογές = παγίδα για μαλάκες.

Η καταγγελία δεν στάθηκε αρκετή, ο φόβος του αγνώστου επικράτησε, η κοινωνία δεν πείσθηκε. Η «εξαφάνιση του κράτους» που επαγγέλλεται ο Λένιν στο Κράτος και Επανάσταση δεν ήταν ορατή. Η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία κέρδισε, ουσιαστικά άνευ αγώνος.

Αυτό που είναι αξιοσημείωτο, είναι ο τρόπος με τον οποίο η αστική τάξη ξαναπήρε την κατάσταση στα χέρια της, ιδίως αν συγκριθεί με άλλες χώρες, όπου η αντιμετώπιση περιορίστηκε στην άγρια και πολύνεκρη καταστολή, ενδεχομένως μαζί με πραξικοπήματα. Όπως στη Λατινική Αμερική, με κορύφωση τους τριακόσιους τόσους νεκρούς του (δημοκρατικού) Μεξικού, ή στην Ελλάδα με το Πολυτεχνείο πέντε χρόνια μετά.

Μόνο τρεις νεκροί υπήρξαν από τις συγκρούσεις, πολύ λιγότεροι από τα θύματα τροχαίων του τριήμερου της Πεντηκοστής[25]. Η διχογνωμία στην κυβέρνηση ανάμεσα στο «αμολάμε καλούμπα» και το «τσακίζουμε τους αλήτες», ανάμεσα στον τραπεζίτη Πομπιντού και το στρατηγό ντε Γκωλ σχηματικά, ήταν ορατή. Ο κίνδυνος πραξικοπήματος επίσης: μην ξεχνάμε ότι ο Φράνκο, ο Σαλαζάρ κι ο Παπαδόπουλος κυβερνούσαν ανενόχλητοι, ότι στην Ιταλία εξυφαίνονταν διάφορες συνομωσίες με τις ευλογίες των Αμερικάνων, και στην ίδια τη Γαλλία είχε εκδηλωθεί πραξικόπημα το 1961 από τους στρατηγούς της Γαλλικής Αλγερίας[26].

Προβάλλοντας τον εαυτό της σαν τη μόνη λύση απέναντι στους χτεσινούς φασίστες και τους σημερινούς αναρχικούς, η Γαλλική Δημοκρατία κέρδισε ένα σημαντικό στοίχημα, και ανέτρεψε στην πράξη την αυτάρεσκη ρήση των Γάλλων, ότι έχουν την πιο ηλίθια Δεξιά του κόσμου[27]. Όχι μόνο ανέκτησε την εξουσία που τρίκλιζε, αλλά τη στερέωσε κιόλας. Δίνοντας απλόχερα κοινωνικές παροχές, κατάφερε να κερδίσει τις χαμένες εργατοώρες με αύξηση της παραγωγικότητας και υπερωρίες. Και πήρε μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες, στο Πανεπιστήμιο αλλά όχι μόνο, ώστε να αφαιρέσει τα προσχήματα από κάθε μελλοντική εξέγερση, αφομοιώνοντας ότι μπορούσε να αφομοιωθεί, δυσαρεστώντας ίσως τους πυλώνες του κατεστημένου, οι οποίοι όμως, έχοντας δοκιμάσει στο πετσί τους τη φθορά της τοπικής, μικρής ή μεγάλης, δικής τους εξουσίας, ήταν διχασμένοι ανάμεσα στη δίψα της εκδίκησης και την ανάγκη προσαρμογής (και ανάκτησης της εξουσίας) στα νέα δεδομένα[28].

 

Αν όχι εξουσία, τότε τί;

 

Τα δεδομένα ήταν όντως νέα. Η αστική τάξη ξανακέρδισε την κλονισμένη εξουσία, δηλαδή την πρωτοβουλία των κινήσεων στην κεντρική πολιτική σκηνή. Το κίνημα όμως δεν έχασε. Δεν έχασε έναν αγώνα που δεν έδωσε. Δεν έδωσε μάχη για την εξουσία, δεν είχε νεκρούς, και οι ζωντανοί σκέφτονταν, δρούσαν, ζούσαν διαφορετικά από πριν. Στα μυαλά των ανθρώπων ο Μάης είχε έρθει για να μείνει, κι έμεινε, δεν τέλειωσε στις 31 του μηνός.

Έτσι, το κίνημα της αμφισβήτησης δεν τελείωσε με τις εκλογές. Μετατοπίστηκε. Από γενικόλογο, εξειδικεύθηκε. Γιατί η διαφορά γνώσεων μεταξύ δάσκαλου και μαθητή σημαίνει σχέση εξουσίας; Γιατί η διακήρυξη της ισότητας ξεχνιέται μεταξύ αντρών και γυναικών; Γιατί να αποτιμώνται τα πάντα σε χρήμα; Γιατί οι μετανάστες μένουν σε γκέτο και δεν έχουν ούτε κοινωνική προστασία, ούτε περίθαλψη[29] ούτε σχολεία; Γιατί οι εκτρώσεις απαγορεύονται; Γιατί ο τρίτος κόσμος λιμοκτονεί; Γιατί απαγορεύονται τα ναρκωτικά; Γιατί τα φάρμακα ακριβαίνουν αλλάζοντας όνομα και όχι συστατικά; Γιατί έρωτας σημαίνει ιδιοκτησία του άλλου[30]; Γιατί τρώμε μεταλλαγμένα; Γιατί η ομοφυλοφιλία είναι αμαρτία, ασθένεια, ή ποινικά κολάσιμη; Γιατί μετράμε τη νοημοσύνη σε δείκτες, και τι σημαίνουν αυτοί;

Σε όλα αυτά κι άλλα τόσα επιχειρήθηκαν απαντήσεις, στα λόγια και την πράξη. Εγκαταλείποντας την κεντρική πολιτική σκηνή στους επαγγελματίες (αλλά μη διστάζοντας να επανακάμψει σε οριακές περιπτώσεις, π.χ. καταστολής ή κοινωνικής αδικίας), το κίνημα εξαπλώθηκε κατακερματισμένο, αμφισβητώντας τις αυθεντίες, με αντιπροτάσεις και πειραματισμούς.

Χαρακτηριστική, αν και όχι τόσο γνωστή, η αμφισβήτηση της ιδεολογίας του επιστημονισμού, κυρίαρχης σε Ανατολή και Δύση. Σχηματικά, η ιδεολογία αυτή, συνυφασμένη με την πρόοδο, στηρίζεται στο ότι η επιστήμη εγγυάται την προσέγγιση της πραγματικότητας, άρα την παρέμβαση σ’ αυτήν και επομένως την πρόοδο. Άρα οι ειδικοί δουλεύουν για το καλό μας, ζήτω η τεχνοκρατία.

Η ιδεολογία αυτή σκοντάφτει σε δύο βασικούς σκοπέλους που αποσιωπούνται. Πρώτον ότι η επιστημονική γνώση είναι αναγκαστικά αποσπασματική, διότι αδυνατεί να αντιμετωπίσει όλες τις παραμέτρους που υπεισέρχονται, άρα κάποιοι παράγοντες θεωρούνται αμελητέοι. Και δεύτερον, ότι η επιστήμη λειτουργεί ενταγμένη σε κοινωνικούς θεσμούς, άρα κάποια συμφέροντα παρεμβαίνουν στο τι θα θεωρηθεί σημαντικό και τι αμελητέο, δημιουργώντας  ένα ισχυρό ηλεκτρομαγνητικό πεδίο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η άμοιρη ελεύθερη (κατά τα άλλα) βούληση του επιστήμονα-ερευνητή.

Με αυτό το κλειδί ανάγνωσης, γίνεται προφανές γιατί οι ερευνητικές δαπάνες πάνε για πολεμικούς κι όχι ειρηνικούς στόχους, γιατί αποσιωπώνται οι παρενέργειες φαρμάκων, τροφίμων ή κινητών τηλεφώνων.

Σαράντα χρόνια μετά, ο Μάης έχει μετουσιωθεί στα λεγόμενα νέα κινήματα. Και η αμφισβήτηση της αυθεντίας, η αίσθηση ότι η εμπειρία δεν μεταφέρεται, προχώρησε τόσο, ώστε το 1986, στη Γαλλία πάλι, οι ξεσηκωμένοι μαθητές και φοιτητές υιοθέτησαν το σύνθημα «Είμαστε απολίτικοι![31]», και γιουχάισαν τις παλιές καραβάνες του Μάη που πήγαν στις συνελεύσεις τους για να δώσουν μαθήματα ή συγχαρητήρια. Ύψιστη δικαίωση.

 

Πώς τσιμπολόγησε το σύστημα

 

Βεβαίως, από το Μάη άντλησε κι ο αντίπαλος. Εκεί που το σπάσιμο των παραδοσιακών ταμπού δεν αντικαταστάθηκε από τη συλλογική συνείδηση, όπου ο ατομικισμός έδρασε ανεξέλεγκτος, οι γιάπηδες διαδέχτηκαν τους χίπηδες. Και κάποια παιδιά του Μάη, αριθμητικά όχι πολλά, αλλά με δυσανάλογο επικοινωνιακό βάρος, άλλαξαν στρατόπεδο κουβαλώντας ότι μπορούσαν από τον οπλισμό τους. Έτσι βγήκαν οι λεγόμενοι «νέοι φιλόσοφοι», που ανέσυραν από τη ναφθαλίνη ως νεωτερισμούς τον αντισοβιετισμό, τις απόψεις περί ταυτότητας μαύρου και κόκκινου φασισμού, την αιώνια αντίθεση φιλελεύθερου ατόμου και ολοκληρωτικού όχλου, και κατέληξαν υπέρμαχοι των πολεμικών επιχειρήσεων της Δύσης από τη Γιουγκοσλαβία μέχρι το Ιράκ. Αντίστοιχα, στην Αμερική, ο Άντυ Γουώρχωλ, από αμφισβητίας του συστήματος εμπορευματοποίησης στην τέχνη, έγινε ο καλύτερος υποστηριχτής του.

Αξιοσημείωτοι δύο ακόμη τρόποι σφετερισμού των ιδεών του Μάη. Αφενός ο μεταμοντέρνος εκχυδαϊσμός της σχετικότητας των απόψεων. Ναι μεν η ανάγνωση κάθε κειμένου (ή γεγονότος) εξαρτάται από την προγενέστερη ιδεολογική τοποθέτηση του καθενός, επομένως, σχηματικά, υπάρχουν τόσες αναγνώσεις όσοι και αναγνώστες. Αλλά βέβαια, ομαδοποιούνται σε ρεύματα συγκρουόμενα. Δεν είναι όλα σωστά ταυτόχρονα όπως θάθελε ο μεταμοντερνισμός, σερβίροντας ένα χυλό, όπου ξεχωρίζουν μόνο οι παπάρες που κάποιος επιδέξιος προβολέας φωτίζει. Ακραίο παράδειγμα το χρηματιστήριο της τέχνης: κατά τον Γουώρχωλ, η διασημότητα στους ζωγράφους κρατάει ένα τέταρτο της ώρας.

Αφετέρου, το ιδεολόγημα του πολιτικά ορθού. Το κίνημα αμφισβήτησης ανέδειξε τις ανισότητες, τις αντιφάσεις και της υποκρισίες του συστήματος, την απόσταση από την επαγγελία της δημοκρατίας ως την πρακτική της. Αυτό φέρνει ιδεολογική αποσταθεροποίηση, ιδιαίτερα στην αμερικάνικη διανόηση, επιφορτισμένη λόγω πουριτανισμού να διορθώνει τις αμερικανικές αμαρτίες. Οι υποχωρήσεις του συστήματος απέναντι στα κινήματα[32] καταλήγουν σε καταναγκασμό, γλωσσικό (αλλά όχι μόνο): θα λέμε έγχρωμοι αντί μαύροι,  ρομά αντί τσιγγάνοι, ΑΜΕΑ (άτομα με ειδικές ανάγκες) αντί ανάπηροι. Στηλιτεύοντας και απαγορεύοντας κάποια παράγωγα του ρατσισμού (ας πούμε) τον καταργείς; Δυστυχώς όχι, το θέμα είναι πολύ πιο περίπλοκο. Απλώς μετατρέπεις το ρηξικέλευθο αίτημα σε νέο καθωσπρεπισμό, νέα τελετουργία. Και συνάμα, όταν πολεμάς τους «εχθρούς της ελευθερίας», είτε σοβιετικούς είτε ταλιμπάν, φροντίζεις να κρύβεις τις δικές σου βρωμιές.

 

Μάης και Αριστερά

 

Μένει να δούμε τη σχέση του Μάη με την οργανωμένη Αριστερά. Αρχίζοντας απ’ την αρχή: η Αριστερά δεν είδε τίποτα νάρχεται, παρότι ήταν παρούσα μέσα στη νεολαία. Παρούσα και πολύφωνη. Εκτός από τα κοινοβουλευτικά κόμματα, το Κομμουνιστικό, με σημαντική παρουσία, και τα διάφορα σοσιαλιστικά με μικρότερη, ισχυρή παρουσία είχε και η (πολυδιασπασμένη επίσης) Άκρα Αριστερά. Δίπλα στις προπολεμικές τροτσκιστικές συνιστώσες, υπήρξαν και αλλεπάλληλες πρόσφατες διασπάσεις της Κομμουνιστικής Νεολαίας και αποχωρήσεις, με μαοϊκή, τροτσκιστική ή άλλη απόχρωση, προϊόντα διαδοχικών κρίσεων (από τη στάση του ΚΚ στον πόλεμο της Αλγερίας μέχρι τη σινο-σοβιετική διένεξη), με αποτέλεσμα την πλήρη αποδυνάμωσή της στο φοιτητικό χώρο[33]. Αξιοσημείωτη η προσπάθεια πολιτικοποίησης της νεολαίας μέσα από το κίνημα για τον πόλεμο του Βιετνάμ[34] με κύρια δύναμη κάποιες απ’ αυτές τις οργανώσεις, συμπληρωματικά και ανταγωνιστικά με την Κομμουνιστική Νεολαία. Και δεν έλειπαν οι αναρχικοί: αν και λίγοι, υπήρξαν ίσως οι πιο άμεσοι προάγγελοι, δημιουργώντας προκλητικά γεγονότα, οι σιτουασιονιστές στο Στρασβούργο, το Κίνημα της 22 Μάρτη στη Ναντέρ.

Όταν ξεκίνησε το τραίνο της εξέγερσης, φουλάρισε πριν το καταλάβουν. Άλλοι ανέβηκαν εν κινήσει, άλλοι προσπάθησαν άλλά έπεσαν, άλλοι το σνόμπαραν, κι άλλοι ούτε καν το πήραν χαμπάρι[35]. Το ΚΚ προσπάθησε τις πρώτες μέρες να το σταματήσει, είδε ότι δεν τα καταφέρνει (δεν επρόκειτο για αναρχικά γκρουπούσκουλα όπως νόμιζε), και καβάλησε τ’ άλογο καλπάζοντας παράλληλα μέχρι να σταματήσει, με πρόθεση να λαφυραγωγήσει ότι μπορούσε. Δηλαδή, απέφυγε επιμελώς να θέσει θέμα ανατροπής και διαχώρισε τη θέση του, με στόχο την αναγνώρισή του από το σύστημα σαν «υπεύθυνη δύναμη». Από την άλλη αυτοπεριορίστηκε στο τρίπτυχο καταγγελία – διεκδίκηση – εκπροσώπηση, ώστε να αναδειχθεί «φερέγγυος συνομιλητής». Και περίμενε την άμπωτη για να στρατολογήσει μέλη – και όντως, στρατολόγησε αρκετά, μέχρι να τα χάσει αργότερα. Με το σκεπτικό «μόνο εμείς είμαστε, οι άλλοι είναι ανύπαρκτοι» και «ευτυχώς που δεν μπήκαμε μπροστά, θα μας είχαν όλους πετσοκόψει». Στο οποίο βέβαια ο αντίλογος ήταν «Όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια. Δεν μπορούσατε να μπείτε μπροστά, αν μπαίνατε θάσασταν άλλοι». Το κόμμα είχε προ πολλού υποστεί τη συνηθισμένη μετάλλαξη: Από εργαλείο κοινωνικής αλλαγής έχει γίνει αυτοσκοπός, και η οποιαδήποτε συμμετοχή του στα κοινά γίνεται με μοναδικό κριτήριο την ενίσχυσή του.

Όσο για τους οργανωμένους αριστερούς που ανέβηκαν στο τραίνο, κούναγε πολύ και χειρολαβές δεν είχε. Χρειαζόταν πλήρης ένταξη στο κίνημα, χωρίς καμιά εγγύηση ότι κάπου βγάζει. Οι όποιες προσωπικές αμφιβολίες και ανασφάλειες έπρεπε να μπουν στο συρτάρι – και έμπαιναν, ευκολότερα απ’ ότι κανείς θα περίμενε. Γιατί τα γεγονότα έτρεχαν, κι η αδρεναλίνη έρρεε άφθονη: όταν πρέπει να δέσεις το γενικό με το ειδικό, την πληροφορία με τη συλλογική βούληση, όταν κοιμάσαι μια νύχτα στις δύο ή και στις τρεις, δεν υπάρχει καιρός για μεταφυσικά άγχη. Ότι είναι νάρθει θε ναρθεί, και όσο περνάει απ’ το χέρι μας θάναι το καλύτερο.

Οι οργανωμένοι αριστεροί έδωσαν στο κίνημα, και πήραν με το παραπάνω. Φορείς ιδεολογίας – το κίνημα την ενσωμάτωσε, κρατώντας τα αδρά, φτύνοντας τα αχώνευτα. Φορείς εμπειρίας – το κίνημα τη χρησιμοποίησε για να οργανωθεί, να εκφραστεί, να εξαπλωθεί.

Φορείς όμως, όχι ινστρούχτορες. Στην πλήρη ελευθερία έκφρασης, όπου, στο τεράστιο αμφιθέατρο της Σορβόννης, όποιος είχε κάτι να πει ακουγόταν σε κατανυκτική σιωπή ακόμα κι αν τραύλιζε, αντιστοιχούσε και η πλήρης ελευθερίας της κριτικής – και του κραξίματος – η ελευθερία της αντίδρασης στη χειραγώγηση, την ηλιθιότητα, την επίδειξη. Έπρεπε να δείξεις το τι γίνεται ή να πεις τι κάνουμε, να πείσεις. Οι δεκάρικοι που υμνούσαν το μεγαλειώδες κίνημα και στιγμάτιζαν τον απαίσιο εχθρό, οι βαθυστόχαστες κομματικές αναλύσεις – σεντόνια, δεν άντεχαν στο γιούχα. Ούτε ένα λεπτό. Η ελευθερία της έκφρασης είναι αδυσώπητη.

Η αμφισβήτηση της αυθεντίας ξεκινάει μέσα από το κίνημα το ίδιο. Οι οργανωμένοι αριστεροί εντός κινήματος έμαθαν (και κάποιοι βιάστηκαν να το ξεχάσουν μετά) ότι η πρωτοπορεία δεν έχει ένσημα αρχαιότητας, ότι άλλο ο σεβασμός σε προηγούμενες θυσίες και αγώνες και άλλο η ορθότητα των επιχειρημάτων. Η πρωτοπορεία δεν προϋπάρχει, αναδεικνύεται κάθε στιγμή.

Κι έμαθαν επίσης ότι κίνημα δεν είναι οι οργανωμένοι και οι φίλοι τους. Κίνημα υπάρχει όταν άγνωστοι μεταξύ τους στρατεύονται στους κοινούς στόχους. Το κίνημα δεν το κάνουν οι αριστεροί. Το κίνημα κάνει τους ανθρώπους αριστερούς. Τουλάχιστον τους αποκάτω.

Πολλά έχουν γραφτεί, και πολλά μπορούν ακόμα να γραφτούν, για τη διαλεχτική σχέση ανάμεσα σε αυθόρμητο και οργανωμένο, σε πρωτοποριακό και μαζικό, σε ενιαία δράση και πολυμορφία απόψεων, σε ατομικό και συλλογικό, σε πειθώ και βία. Ας αρκεστούμε σε μια παρομοίωση:

Η επανάσταση είναι σαν τη ζαχαροπλαστική: με τα ίδια υλικά, αν δεν υπάρχουν οι σωστές αναλογίες, η σωστή φωτιά, οι σωστοί χρόνοι, αντί γλυκό βγαίνει μπλιαχ. Και συνάμα διαφορετική, διότι στην επανάσταση οι συνταγές δεν προϋπάρχουν. Πρέπει διαρκώς να επανεφευρίσκονται.

 

Αύριο η συνέχεια

 

Ο Μάης δεν έφερε τίποτα το καινούργιο. Απλώς έκανε επίκαιρη την πανάρχαια ανάγκη αλλαγής του κόσμου, από τη λεπτομέρεια μέχρι την πλανητική κλίμακα, και πέρασε στην πράξη.

Επομένως, δεν υπάρχει επέτειος (παρά μόνο ως αφορμή να γραφτούν κάποιες σελίδες), γιατί ο Μάης δεν τέλειωσε. Και όσοι δεν τον πρόλαβαν μπορούν να τον βιώσουν με το δικό τους τρόπο.


[1] Γι’ αυτό κι εδώ, ενώ θα ασχοληθούμε κυρίως με τη Γαλλία, οι αναφορές σε άλλες χώρες δε θα λείψουν – δε θα μπορούσαν.

[2] Η ιστορική συνοικία των πανεπιστημιακών κτιρίων του Παρισιού.

[3] Η γιαπωνέζικη φοιτητική οργάνωση  Ζενγκακούρεν είχε ήδη κάνει άγριες συμπλοκές με την αστυνομία.

[4] Libérez nos camarades: η λέξη camarades είναι πολύ πιο αχρωμάτιστη πολιτικά από την ελληνική λέξη «σύντροφοι», και μπορεί να αποδοθεί και ως συμμαθητές, συνάδελφοι, ακόμα και φιλαράκια.

[5] Αργότερα, όλα τα λιθοστρώματα του Παρισιού αντικαταστάθηκαν με άσφαλτο.

[6] La participation: Τις απόψεις του για συμμετοχικό καπιταλισμό (πολύ πιο προχωρημένες από τη σημερινή πασοκική «συμμετοχική δημοκρατία») ο ντε Γκώλ τις είχε ήδη εκθέσει. Επανήλθε στο θέμα το 1969, διοργανώνοντας ένα δημοψήφισμα, το οποίο έχασε και αμέσως παραιτήθηκέ.

[7] Στην οδό Γκρενέλ στεγαζόταν το Υπουργείο Εργασίας όπου έγιναν οι διαπραγματεύσεις, με πρωτοβουλία του Πομπιντού.

[8] Χαρακτηριστική μια γελοιογραφία του Βολενσκί, όπου ο συνδικαλιστής ρωτάει απ’ το μπαλκόνι «τι αιτήματα έχετε, σύντροφοι;», του απαντούν  «ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ!» και αναφωνεί «Μα σ’ αυτό δε θα συμφωνήσουν ποτέ η κυβέρνηση κι οι εργοδότες!».

[9] Για την ακρίβεια, 358 στις 485. Το γαλλικό εκλογικό σύστημα, που διατηρείται μέχρι σήμερα, είναι πλειοψηφικό με δύο γύρους και μονοεδρικές περιφέρειες, κάτι που αφενός ενισχύει τους ισχυρότερους αποκλείοντας τις μειοψηφίες αν δεν έχουν ισχυρές γεωγραφικές συγκεντρώσεις, αφετέρου ενισχύει κάποιους τοπάρχες που μπορούν να το παίζουν «ανεξάρτητοι».

[10] Κακή λέξη το σύστημα, αλλά δε βρίσκω καλύτερη. Εμπεριέχει το σύνολο των κυρίαρχων παραγόντων της ιδεολογικοπολιτικής υπερδομής, μη εξαιρουμένου, όπως θα δούμε, του κομμουνιστικού κόμματος.

[11] Groupuscules gauchistes: ο όρος γκρουπούσκουλα έχει έκτοτε πολιτογραφηθεί στα ελληνικά.

[12] Εννοώντας τον Κον Μπεντίτ. Πολλοί πρόσθεταν και τη λέξη «Εβραίος».

[13] La reforme oui, la chienlit non! : η λέξη chienlit σημαίνει στην κυριολεξία αποκριάτικη μουτσούνα, κατ’ επέκταση καρνάβαλος ή χαβαλές. Λέξη τόσο παρωχημένη, ώστε όλοι έτρεξαν στα λεξικά τους να δουν τι σημαίνει. Ο στρατηγός ήταν μέγας θεατρίνος…

[14] Αυτό μεταφράστηκε σε κυβερνήσεις με συμμετοχή των κομμουνιστών εκεί που το κομμουνιστικό κόμμα είχε δύναμη, οι οποίες κράτησαν μερικά χρόνια, μέχρι τον ψυχρό πόλεμο. Στην Ελλάδα τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως διαφορετικά.

[15] Με τις απαραίτητες αβαρίες, βέβαια: «Όχι ελευθερία στους εχθρούς της ελευθερίας», στους οποίους συγκαταλέγεται ο εκάστοτε αντίπαλος. Και όταν δεν υπάρχει αντίπαλος τον εφευρίσκουμε και τον τροφοδοτούμε. Αν ο Μακκαρθισμός έγινε επί ψυχρού πολέμου, το ΝΑΤΟ συνεχίζει και υπάρχει πολύ μετά τη λήξη του, και διεξάγει αμυντικούς πολέμους λίγο-πολύ παντού.

[16] Στους κολασμένους της γης, ο Αλγερίνος Φραντς Φανόν αναφέρει ότι η φρίκη των παγκόσμιων πολέμων συνίσταται στο ότι οι Ευρωπαίοι εφάρμοσαν εναντίον αλλήλων όσα μέχρι τότε έκαναν εναντίον των ιθαγενών πληθυσμών.

[17] Πλήθος τα έργα. Αδικώντας όλα τα άλλα, ας θυμηθούμε το Διαζύγιο αλά Ιταλικά, όπου ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, χωρίς να το πολυθέλει κιόλας, σκοτώνει τη γυναίκα του γιατί δεν υπάρχει διαζύγιο στην Ιταλία.

[18] Πολύ μελάνι έχει χυθεί για το «τι ήταν» ο Μάης, εξού και η συνήθης, αμήχανη, αναφορά στα «γεγονότα» του Μάη. Ονοματίζοντας όμως (και μετατοπίζοντας τη διαμάχη στην ονομασία), φωτίζουμε, ή απλώς ξεμπερδεύουμε;

[19] Σίγουρα κάποιοι αυτομόλησαν προς την άλλη όχθη μετά από κάποια χρόνια, βλέπε Κον Μπεντίτ. Οι δύο άλλοι της επικεφαλής τριάδας, Alain Geismar και Jacques Sauvageot, ουδέποτε προσχώρησαν στο κατεστημένο, ούτε και επιδίωξαν την οποιαδήποτε αναγνώρισή του, ή εξαργύρωση της δημόσιας εικόνας τους.

[20] Récupération. Κυριολεκτικά: ανάκτηση∙ πολιτικά: αφομοίωση ενσωμάτωση, σφετερισμός, οικειοποίηση (η τελευταία έχει επικρατήσει).

[21] Όπου εξηγεί πως, πριν φτάσει στο «Σκέπτομαι άρα υπάρχω», έκανε το κενό στο κεφάλι του γιατί οι ιδέες που είχε μέσα του είχαν ενσταλαχθεί όσο ήταν παιδί, χωρίς να μπορεί να τις κρίνει.

[22] Λιγότερο από 4% ήταν παιδιά αγροτών ή εργατών, σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου ακόμη τότε το 22% των φοιτητών είχε αγροτική καταγωγή.

[23] Πέντε χρόνια μετά, όταν πτώχευσε ή βιομηχανία ρολογιών Lipp, οι εργάτες κατέλαβαν το εργοστάσιο και λειτούργησαν αυτοδιαχειριστικά την παραγωγή και την εμπορία των ρολογιών σε αμιγείς καπιταλιστικές συνθήκες.

[24] La Commune de Paris: έχει επικρατήσει να μεταφέρεται αμετάφραστο, ως Κομμούνα, στα Ελληνικά. Ίσως θάπρεπε να το ξανασκεφτούμε.

[25] Αξίζει να αναφερθεί το όνομα του Maurice Grimaud, διοικητή της Αστυνομίας, που στις διαταγές των ανωτέρων «Επιβολή της τάξης με κάθε μέσο» πρόσθεσε «αλλά σε καμία περίπτωση νεκρούς».

[26] Δεν είναι τυχαίο ότι οι ακροδεξιοί δράστες του 1961 και οι επίγονοί τους αμνηστεύονται τον Ιούνιο του 68, μαζί με τους εξεγερμένους του Μάη, τους οποίους η μεγαλόθυμη Δημοκρατία συγχωρεί και καλεί να επιστρέψουν στο μαντρί.

[27] La droite la plus bête du monde.

[28] Στο Γατόπαρδο του Βισκόντι, ο κόντες (Μπαρτ Λάνκαστερ) παρηγορεί  το σέμπρο του (Σερζ Ρετζιανί) που παραπονιέται πως όλα αλλάζουν,  λέγοντας «για να μπορέσουν να μείνουν τα πράματα όπως είναι, πρέπει όλα να αλλάξουν». Ο Μάης έδειξε και την αντίστροφη ματιά: «Άσε τους αποπάνω να παίζουν το παιχνίδι τους, εμείς θα αλλάξουμε τον κόσμο από κάτω. Φτάνει να μη φοβόμαστε να συγκρουστούμε: τι μπορούν να μας κάνουν;». Η γενιά που είχε καεί στον Πόλεμο απαντούσε «Δυστυχώς πολλά», για να εισπράξει ένα «για να δούμε, τους παίρνει;».

[29] Δεν ήταν λίγοι οι γιατροί που παρανομούσαν στα κρατικά νοσοκομεία, καλύπτοντας ασθενείς χωρίς χαρτιά.

[30] Και μάλιστα εφόσον ήδη πριν απ’ το Μάη, στο εμπορικότατο Ζύλ και Τζιμ του Φρανσουά Τρυφφώ, η φοβερή Ζαν Μορώ ήταν ταυτόχρονα ερωτευμένη με δύο άντρες;

[31] Παράβαλε με το «όχι στην αφομοίωση!» του 1968.

[32] Υπαρκτές: στο σινεμά, οι μαύροι δεν παίζουν μόνο υπηρέτες, κάτι το αδιανόητο προπολεμικά.

[33] Το ΚΚΓ ήταν ακόμα ισχυρότατο και σε εξάπλωση και εκλογικά: Στις προεδρικές του 1969, ο κομμουνιστής Jacques Duclos έκανε 22%.

[34] Και ακόμα πιο αξιοσημείωτη η εξαφάνιση των Επιτροπών για το Βιετνάμ στο Μάη, όπως και οι αδιαφορία για τις συνομιλίες ειρήνευσης που ξεκίνησαν στο Παρίσι. Εφαρμόζοντας το σύνθημα του Τσε, «ένα, δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ», οι φοιτητές, αντί να συμπαραστέκονται, έκαναν το δικό τους Τετ.

[35] Οι φοιτητές της FER (τροτσκιστές, Λαμπερτίστες) έφτασαν την Παρασκευή στα οδοφράγματα, τα κατάγγειλαν ως μικροαστικά, έριξαν τη γραμμή για πίεση στα συνδικάτα για γενική απεργία και πήγαν για ύπνο. Έγινε η έφοδος, ακολούθησε η γενική απεργία της Δευτέρας, και την Πέμπτη η εφημερίδα τους έγραφε «Δικαιωθήκαμε, η γενική απεργία έγινε, εμπρός για νέους αγώνες»…

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.