Skip to content

Ο Γητευτής κι ο Ραψωδός

Οκτώβριος 9, 2010

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πόλη.

Ίσως ήταν η Καλκούτα, ίσως η Φλωρεντία. Ίσως η Τενοχτιτλάν, ίσως η Μίλητος. Ή ακόμα κάποια άλλη.

Στην πόλη υπήρχε ένα τσίρκο. Από παλιά, από τότε που φτάναν οι μνήμες. Ίσως από πριν καν η πόλη χτιστεί, ίσως από πάντα. Από πότε, κανείς δεν ήξερε.

Στους τσιρκολάνους ανάμεσα ξεχώριζε ο Γητευτής.

Φίδια γοήτευε ο Γητευτής. Στον ήχο της φλογέρας του, δυο κροταλίες βγαίναν απ’ το καλάθι τους, ορθώνονταν, λικνίζονταν, σμίγανε και χωρίζανε. Στο τέλος χαιρε­τούσαν το κοινό και ξαναμπαίναν στο καλάθι. Αυτό ήταν το νούμερό του.

Όχι μόνο φίδια. Κι ανθρώπους γοήτευε ο Γητευτής. Κυρίως ανθρώπους. Μάγευε. Στο άκουσμα της φωνής του, στο άγγιγμα του χεριού του, αλλά κυρίως στο βλέμμα του, κρυμμένοι κόσμοι φανερώνονταν. Ζούγκλες με θηρία μυθικά, ωκεανοί απέραντης γαλήνης, ηλιοβασιλέματα βαμμένα με φωτιά, δράκοι φτερωτοί να τους καβαλικέψεις να σε πάνε στο φεγγάρι. Ήταν του πόνου το βάλσαμο, της χαράς το ξεφάντωμα, της έμπνευσης η σπίθα. Ήταν η μάνα σου, ο πατέρας σου, η πρώτη σου αγάπη που πρόωρα χάθηκε, ο ακριβός φίλος που σκοτώθηκε για να σώσει εσένα. Όλοι μαζί κι ο καθένας χώρια. Ήταν ο Γητευτής.

Όμως τα μάγια του δεν πιάναν σ’ όλους.

Πολλοί ήταν αυτοί που τον φοβόντουσαν κι αρκετοί τον μισούσαν. Όχι στο τσίρκο βέβαια, μα στην πόλη. Κυρίως κάποιοι ταβερνιάρηδες, έμποροι και παπάδες τον εχθρεύονταν πολύ. Κι έλεγαν φριχτές ιστορίες γι αυτόν. Για τώρα, ότι τάχατες έκλεβε μικρά παιδιά και τα πούλαγε στα ξένα. Για παλιά, ότι κάποτε τον εξωπέταξαν από τη Βαβυλώνα, πασαλειμμένο με κατράμι και πούπουλα, κι έγιναν τα μαλλιά του κάτασπρα από τότε.

Αλλά στο τσίρκο τον λάτρευαν. Ο λόγος του ήταν νόμος κι η κρίση του σοφία. Τον είχαν βασιλιά, τον είχαν δικαστή. Έλυνε τις διαφορές, κι αν κάποιους τιμωρούσε ήταν επειδή έτσι έπρεπε: Το βλέπαν όλοι. Όταν μίλαγε κρεμόντουσαν απ’ τα χείλια του. Όταν κάποιον άκουγε, με αγωνία αυτός περίμενε ένα ναι, ένα νεύμα, μια κίνηση του κεφαλιού∙ αν ζάρωνε τα φρύδια ήταν κίνδυνος, αν ζάρωνε τη μύτη θάνατος. Όταν συλλογιζότανε, κανείς δεν τολμούσε να τον διακόψει∙ μόνο ο θλιμμένος κλόουν μετά από κάποιες ώρες έμπαινε νυχοπατώντας στη σκηνή του να δει αν είναι καλά και μήπως θέλει κάτι.

Κι απ’ το τσίρκο σαν έβγαινε, τον συνόδευαν πάντα. Γιατί ξέραν πως θέλαν οι κακοί το κακό του, και δε θα τους άφηναν. Ξέραν βέβαια πως είχε κι εχθρούς, πως γέμιζε τον ορίζοντα η θωριά του κι ας ήταν μικρόσωμος, και πως αυτό πολλούς ξεβόλευε. Κανείς, απέναντι στο Γητευτή, αδιάφορος δεν ήταν.

Κανείς. Σχεδόν κανείς. Εξόν από τις Γάτες.

Οι Γάτες ήταν γάτες. Ζούσαν στο τσίρκο από πάντα. Ήταν οι μοναδικές γάτες τσίρκου στον κόσμο και το μοναδικό τσίρκο στον κόσμο που είχε νούμερο με γάτες. Το νούμερό τους το εκτελούσαν μόνες τους, συνήθως μετά τους ελέφαντες. Χορεύαν, παίζαν  μπάλα, ισορροπούσαν κι έκαναν ακροβατικά. Κάθε δυο-τρεις μήνες αλλάζαν κόλπα και ρόλους ώστε να μη βαριούνται οι θεατές. Οι ίδιες διασκέδαζαν πάρα πολύ την παράστασή τους και πέρναγαν ώρες στις πρόβες. Τον υπόλοιπο καιρό σουλατσάριζαν, κυνηγούσαν πουλιά και ποντίκια, ή κοιμόντουσαν. Ή παρατηρούσαν, περίεργες κι αδιάφορες μαζί. Ζούσαν κι άφηναν τους άλλους να ζουν. Οι Γάτες ήταν γάτες. Κι ο Γητευτής δεν έμοιαζε να τις απασχολεί.

Μια μέρα ήρθε στην πόλη ο Ραψωδός. Έκατσε στο πεζούλι του πηγαδιού, στην πλατεία Διονύσου, έβγαλε το ούτι του κι άρχισε να παίζει. Τραγούδησε πολέμους κι έρωτες, ομορφιές και καταιγίδες. Του Αίαντα τα κατορθώματα και της Νιόβης τη θλίψη, της Θούλης τις θερμοπηγές μέσα στους πάγους και του χρυσαετού τη βραχιστόχρονη βουτιά πάνω στο θήραμα. Πως ανελέητα κυνήγησε ο Σόνυαρεκ το δόκτορα Φάουστ και με τι πάθος όρμησε ο δον Κιχώτης πάνω στους ανεμόμυλους γίγαντες.

Κόσμος μαζεύτηκε κι όλο και μαζευόταν. Ανάμεσά τους δυο ακροβάτες του τσίρκου. Τους άρεσε και τρέξανε στο τσίρκο να το πούνε.

–                 Αυτός είναι δικός μας, είπαν στο Γητευτή.

–                 Φέρτε τον να μας τραγουδήσει εδώ και βλέπουμε, αποκρίθηκε αυτός.

Και πήγε ο Ραψωδός στο τσίρκο και τον καλωσόρισαν. Και τραγούδησε τη σοφία του Λάο-Τσε και τους πολέμους των Εφτά  Βασιλείων. Κι έβγαλε ο Γητευτής τη φλογέρα και στις σιωπές τούκανε αντίστιξη, και στα κρεσέντα κράταγε το ίσο. Κι άνοιξε το καλάθι με τα φίδια. Κι ορθώθηκαν οι κροταλίες και λικνίζονταν από τον ένα στον άλλο. Και λικνίζονταν όλοι στο τσίρκο και χόρευαν και μαγεύτηκαν. Ακόμα κι οι Γάτες χόρευαν. Όχι πως μαγεύτηκαν, αυτό δε γινόταν, αλλά η μουσική τους άρεσε. Κι ήταν αυτό καλό σημάδι. Κι έμεινε ο Ραψωδός στο τσίρκο, κι έβγαινε μαζί με το Γητευτή και τα φίδια του στην παράσταση, κι είχαν μεγάλη επιτυχία.

Ο Ραψωδός ήταν χαρούμενος και παιχνιδιάρης. Όταν δεν έπαιζε το ούτι, έπαιζε με τα ζώα ή με τα παιδιά. Και με τους μεγάλους ακόμα, τουλάχιστον όσους τους άρεσε να παίζουν. Κάθε λογής παιχνίδια, απ’ τα πιο συνηθισμένα ως τα πιο περίεργα, που παιζόντουσαν, λέει, στα βάθη της Αφρικής ή στον παγωμένο Βορρά. Κι έλεγε παραμύθια, κι ιστορίες, και τραγούδια, κι ήταν όλα σαν να τάχε ζήσει στ’ αλήθεια. Κι όταν τον ρώταγαν: «Μα ήσουν εκεί;», χαμογελούσε. Και σαν πολυταξιδεμένο, γυρεύανε τη γνώμη του για κάθε λογής πράμα. Κι αυτός την έδινε τη γνώμη του – την έδινε και δίχως να του τη ζητήσουν εξάλλου. Αλλά δεν πείσμωνε να κάνει ο άλλος το δικό του, έλεγε «εγώ αυτό θάκανα, εσύ κάνε ότι νομίζεις καλύτερο», κι αν δεν τον άκουγαν δεν κάκιωνε. Ακόμα κι ο Γητευτής άλλαξε γνώμη μερικές φορές ακούγοντάς τον.

Όπως τότε πούθελαν να κάνουν περιοδεία στα γύρω χωριά, κι είπε ο Ραψωδός:

–       Λάθος είναι να αρχίσουμε από το Δίπυλο και να καταλήξουμε στο Ναλγκισέ, γιατί ο δρόμος προς το Δίπυλο είναι ο πιο κακοτράχαλος, και δε θάμαστε σε φόρμα για την παράσταση. Πρέπει ν’ αρχίσουμε από το Ναλγκισέ, πούναι άνετα, και ν’ αφήσουμε τον κακό δρόμο για την επιστροφή, που δε θάχουμε παράσταση μετά.

Και πράγματι, έτσι κάνανε.

Και κύλαγαν οι μέρες όμορφα κι ανάλαφρα κι ανέμελα. Με κάποιες στιγμές ηλεκτρισμένες, όταν ο Ραψωδός διαφωνούσε με το Γητευτή. Κάτι που δεν είχε ποτέ ξανασυμβεί πρωτύτερα με κανέναν. Τεντωμένος σα χορδή ο Γητευτής, κυματιστός σα σερπαντίνα ο Ραψωδός, ακλόνητοι κι οι δυο στα λόγια τους, κι οι άλλοι αλαφιασμένοι να τους κοιτούν. Ώσπου μετά από κάποιες τρίπλες, πιρουέτες και σάλτα της κουβέντας να καταλήγουν σε μιαν εξαίσια χορευτική φιγούρα, σε συμφωνία. Κι ησύχαζαν όλοι. Όλοι, εκτός από το θλιμμένο κλόουν, που κάθε τέτοια στιγμή άφηνε μέσα του ένα κατακάθι αγωνίας και φόβου. Αλλά τους ίδιους τους πρωταγωνιστές αυτές οι κόντρες δεν τους ενοχλούσαν – τις διασκέδαζαν μάλιστα, κι ήταν μετά μεταξύ τους καλύτερα από πριν. Τουλάχιστον έτσι έδειχναν.

Κι ενώ όλα πήγαιναν καλά, αντάριασε μια μέρα ο ουρανός. Έβρεξε κι άστραψε και μπουμπούνισε κι η πόλη λάσπες και ρυάκια γέμισε. Τρέξαν οι τσιρκολάνοι, στήσαν φράγματα, ανοίξαν αυλάκια να μην τα πάρει όλα το νερό. Μα ενώ πασχίζανε, με κρότο φοβερό έπεσε κεραυνός στην κεντρική σκηνή του τσίρκου, κι έσπασε το μεγάλο το κοντάρι, κι αναποδογύρισαν σκηνές και τροχόσπιτα, κι έγιναν χάλια τα χαλιά και όλα τ’ άλλα.

Παιδεύτηκαν πολύ για να τα συμμαζέψουν, μέσ’ στη βροχή κι αφού σταμάτησε. Σουρούπωσε, ξημέρωσε, κι όλοι μαζί δουλεύανε να ξαναστήσουνε το τσίρκο. Και κατά τ’ απογεματάκι της άλλης μέρας σταμάτησαν να ξαποστάσουν στον ήλιο. Και δεν πολυμίλαγαν, γιατί ήταν όλοι κουρασμένοι.

Τότε εσηκώθη ο Γητευτής κι είπε κοφτά πως φταίγαν οι Γάτες για τη συμφορά, γιατί είχαν προσβάλει τους θεούς, κι έπρεπε να θανατωθούν. Και μούδιασαν όλοι. Και μίλησε μετά ο θλιμμένος κλόουν, και συμφωνούσε, κι εξάλλου τις είχε δει κι ίδιος να κάνουν μάγια τις Παρασκευές τη νύχτα. Κι οι άλλοι άρχισαν να μουρμουρίζουν, να κουνάν με νόημα το κεφάλι, και μερικοί είπαν ναι, τους πρέπει θάνατος.

Τότε εσηκώθη ο Ραψωδός. Κι είπε ήρεμα, πως πάντα ο κεραυνός διαλέγει το πιο ψηλό σημείο, κι ήταν αυτό το κοντάρι της σημαίας του τσίρκου, στην κορφή της κεντρικής σκηνής. Και πως οι Γάτες δεν είχαν καμία σχέση κι όλα αυτά ήταν μπούρδες.

Πάγωσαν όλοι. Ο Γητευτής έγινε κάτασπρος, έσφιξε τα δόντια, ζάρωσε τη μύτη, δίστασε, ν’ απαντήσει ή όχι – τελικά όχι, κίνησε προς τη σκηνή του με βήμα γοργό. Ο θλιμμένος κλόουν δίστασε κι αυτός, ξερόβηξε, έκανε να απαντήσει, είδε ότι ο Γητευτής είχε φύγει, κι έφυγε κι αυτός. Οι υπόλοιποι σάστισαν: σα ν’ άνοιξε η γης κάτω απ’ τα πόδια τους κι έψαχναν που να πατήσουν. Ένας ένας έφυγαν κι αυτοί, μερικοί αναστενάζοντας, μερικοί ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο Ραψωδό. Κανένας δεν τόλμησε να μιλήσει. Όσο για τις Γάτες, αυτές είχαν γίνει άφαντες από την πρώτη στιγμή.

Ο Ραψωδός κοίταξε προς τα ρόδινα σύννεφα τ’ ουρανού και χαμογέλασε. Πήγε στη σκηνή του χωρίς να βιάζεται, μάζεψε τα πράματά του, φορτώθηκε το δισάκι του και το ούτι, και πήρε δρόμο χωρίς να δίνει σημασία στα μάτια που ήταν καρφωμένα πάνω του πίσω από κουρτίνες και χαραμάδες. Περπάτησε σιγοσφυρίζοντας μέχρι το χάνι της πλατείας Διονύσου, όπου έφαγε και κοιμήθηκε γιατί ήταν πολύ κουρασμένος απ’ το χτεσινό ξενύχτι.

Ξημερώματα της άλλης μέρας είχε φύγει απ’ την πόλη. Για πάντα.

(5/11/2004)

Advertisements
No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: