Skip to content

Τρομοκρατία και τρομοκράτες

Οκτώβριος 25, 2010

(από Ελευθεροτυπία,  30/07/2005)

Ένα φάντασμα στοιχειώνει την Ευρώπη…

«Κομμουνιστικό Μανιφέστο», Κ. Μαρξ – Φ. Έγκελς

Για να μιλήσει κανείς για την τρομοκρατία, πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσει τι σημαίνει. Και για να το κάνει πρέπει να δει ποιοι μιλούν γι αυτή και για ποιο λόγο.

Κάθε τρομοκράτης είναι τρομοκράτης κάποιου

Κάθε κράτος, κάθε οργανωμένη κοινωνία αντιμετωπίζει απειλές. Εχθρούς, εσωτερικούς ή εξωτερικούς. Επικίνδυνους ή ακίνδυνους. Κάποτε, κάποιοι αναγορεύονται σε δακτυλοδεικτούμενους εχθρούς του κοινωνικού συνόλου, όχι επειδή αποτελούν σημαντική απειλή, αλλά για να εκτονωθεί επάνω τους η όποια δυσαρέσκεια. Μερικές φορές βέβαια, οι διωγμοί φέρνουν το αντίθετο αποτέλεσμα: οι Χριστιανοί άργησαν ίσως, αλλά σε τριακόσια χρόνια κυρίευσαν από τα μέσα τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Συνήθως οι εχθροί αναφέρονται με το όνομά τους (είτε αυτό που χρησιμοποιούν οι ίδιοι για τον εαυτό τους είτε όχι): Ινδιάνοι (για τους λευκούς αποίκους), λευκοί (για τους Ινδιάνους), Μεσσήνιοι (για τους Σπαρτιάτες), Σπαρτιάτες (για τους Μεσσήνιους), αιρετικοί (για τους καθολικούς), παπικοί (για τους διαμαρτυρόμενους). Κομμουνιστές  ή αναρχικοί  για το αστικό καθεστώς.

Όλοι αυτοί αναγνώριζαν αν όχι το ίδιο το όνομα, τουλάχιστον την ιδιότητά τους. Ακόμα κι όταν από φόβο κρυβόντουσαν. Οι χριστιανοί ζωγράφιζαν ψάρια στο χώμα, κι οι αριστεροί, προδικτατορικά, έπαιρναν «Αυγή» από το περίπτερο, αλλά τη δίπλωναν μέσα σε άλλη εφημερίδα.

Μερικές φορές αυτό δεν συμβαίνει. Ο εχθρός δεν αναγνωρίζεται στο όνομα που του δίνεται. Πολύ αμφιβάλλω αν οι μάγισσες που έκαψε η Ιερά Εξέταση θεωρούσαν τον εαυτό τους μάγισσα. Και σίγουρα, κανέναν δεν έχω ακούσει να αυτοχαρακτηρίζεται τρομοκράτης. Τσετσένοι και Βάσκοι αυτονομιστές, Ερυθρές Ταξιαρχίες και Όρντινε Νουόβο, Χαμάς και Κου-Κλουξ-Κλάν, Αλ-Κάιντα και Τίγρεις του Εϊλατ-Ταμίλ (Κεϋλάνης), και πολλοί άλλοι, έχουν χαρακτηριστεί τρομοκράτες. Αλλιώς όμως αποκαλούν τον εαυτό τους: Μάρτυρες του Αλλάχ, μαχητές της ελευθερίας, επαναστάτες εναντίον της (εθνικής ή ταξικής) καταπίεσης, υπερασπιστές των ιερών και οσίων, και άλλα πολλά, ανάλογα με την ιδεολογική τους τοποθέτηση. Το μόνο κοινό μεταξύ τους είναι η χρήση βίας, όλα τα άλλα διαφέρουν. Τσουβαλιάζονται όμως στην ίδια ετικέτα, τρομοκράτες.

Μας λένε ότι έχουμε πόλεμο: Ο πολιτισμένος κόσμος εναντίον της τρομοκρατίας, ή το Καλό εναντίον του Κακού. Ή όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας. Φράσεις που χρησιμοποιούνται με στόχο την ομοψυχία των «δικών μας». Όπως από τους απανταχού κομμουνιστές, παλιότερα, η περικύκλωση της ΕΣΣΔ από τον ιμπεριαλισμό. Όπως από τους υπέρμαχους της Ελληνικής Φυλής, και χτες και σήμερα και πάντα, η περικύκλωση του Ελληνισμού από διάφορα ανθελληνικά κέντρα. Για να συσπειρώσουν τον κόσμο «τους», φωνάζουν «λύκος, λύκος!».

Βασική συνέπεια είναι ότι δεν υπάρχει αντικειμενικός ορισμός του τρομοκράτη. Η λέξη «τρομοκρατία» δεν έχει νόημα μόνη της, τουλάχιστον νόημα πολιτικό. Επειδή δεν έχει χρήση από μόνη της. Το νόημά της εξαρτάται άμεσα από αυτόν που τη χρησιμοποιεί. Εξαρτάται από τον ομιλητή. Παραποιώντας μια φράση του Ζαν-Πωλ Σαρτρ περί Εβραίων, θα λέγαμε ότι τρομοκράτης είναι αυτός που οι αντίπαλοί του αποκαλούν τρομοκράτη.

Σε αντίθεση με τον κομμουνισμό του «Μανιφέστου», ο οποίος είχε πρόσωπο υπαρκτό, η τρομοκρατία σήμερα είναι όντως ένα φάντασμα.

Η τρομοκρατία συνώνυμη της βίας;

Πολιτικά αόριστη, η λέξη τρομοκρατία δηλώνει πολιτική καταγγελία. Ας δούμε τι σηματοδοτεί νοηματικά.

–           Τι σημαίνει τρομοκράτης; Αυτός που σκορπάει τρόμο.

–           Πως; Χρησιμοποιώντας βία.

Η βία είναι μέσα στη ζωή μας. Όλοι χρησιμοποιούμε βία, όταν σπάμε αυγά ή καρύδια, όταν σπρώχνουμε στην ουρά, όταν κουρδίζουμε το ξυπνητήρι για να μας ξυπνήσει πριν χορτάσουμε ύπνο, όταν με το ζόρι παίρνουμε το παιδί που παίζει να το λούσουμε. Περί βίας πρόκειται, αλλά θεωρείται βία αποδεκτή, ίσως και μη βία επειδή θεωρείται αποδεκτή, φυσιολογική (αν αυτό σημαίνει κάτι). Άρα η απάντηση γίνεται:

–           Πως; Χρησιμοποιώντας υπέρμετρη βία.

Προϋπο­θέτουμε, δηλαδή, ότι υπάρχει ένα όριο ανοχής στη βία. Όταν αυτό ξεπεραστεί, υπάρχει αντικοινωνική συμπεριφορά, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί τρομοκρατική.

Βέβαια, η βία δεν είναι μετρήσιμο μέγεθος όπως το ύψος ή το βάρος. Αντικειμενικό μέτρο σύγκρισης δεν υπάρχει (και ελπίζω τα ελληνικά δικαστήρια να μην αρχίσουν να αναρωτιούνται πόσο τοις εκατό τρομοκρατική είναι μια ενέργεια, όπως έκαναν με τις αναγνωρίσεις υπόπτων). Το αποδεκτό όριο παίζει ανάλογα με τις συνθήκες (φόνος σε νόμιμη άμυνα δεν θεωρείται έγκλημα), αλλά και ανάλογα με τον ομιλητή: φόνος αμάχου στον πόλεμο θεωρείται έγκλημα, όμως αν ο δράστης είναι δικός μας μπορεί και να παραβλέπεται (βλέπε βομβαρδισμούς Δρέσδης ή Χιροσίμας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο).

Όταν ο ομιλητής ασκεί εξουσία, συνήθως θεωρεί γνωστό το αποδεκτό όριο βίας. Μερικές φορές το καθορίζει, άλλες όχι: Αφήνοντας φλου τον ορισμό της αξιόποινης πράξης (και μάλιστα της τρομοκρατικής ενέργειας), απειλεί τους υποψήφιους παραβάτες. Απειλεί να εξασκήσει εναντίον τους βία, και μάλιστα νόμιμη βία, ακόμη κι όταν θεωρούν οι ίδιοι ότι δεν ξεπερνούν το κοινά αποδεκτό όριο. Είναι άραγε τρομοκρατία από πλευράς διαδηλωτών η σύγκρουση με τα όργανα της τάξης; Οι νομικοί μπορεί να αποφαίνονται ότι όχι, αλλά οι συλληφθέντες «τρομοκράτες» διαδηλωτές περνούν ώρες, μέρες, ή και μήνες στα κρατητήρια μέχρις ότου το «όχι» κατακυρωθεί.

Η πολιτική χρήση του όρου είναι σχετικά πρόσφατη. Ούτε οι προγραφές στην αρχαία Ρώμη, ούτε η τυραννία των Τριάκοντα στην αρχαία Αθήνα αποκαλέστηκαν καθεστώτα τρόμου, παρά τις αθρόες εκτελέσεις, σε αντίθεση με την περίοδο της Επιτροπής Εθνικής Σωτηρίας της γαλλικής επανάστασης (απ’ όσο ξέρω είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που χρησιμοποιήθηκε ο όρος ως πολιτική ονομασία: Σε παρόμοιες προγενέστερες καταστάσεις –Κρόμγουελ, θρησκευτικοί πόλεμοι, κτλ- δεν εμφανίζεται). Οι λευκοί αμερικανοί άποικοι δεν αποκάλεσαν τους Ινδιάνους τρομοκράτες (άγριους και βάρβαρους τους αποκάλεσαν), αρκέστηκαν να τους πολεμήσουν μέχρι γενοκτονίας. Ούτε, απόσο ξέρω, το «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!» του Κολοκοτρώνη θεωρήθηκε «τρομοκρατική πολιτική» από τους Τούρκους. Αντίθετα, μετά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και το ξύπνημα των αποικιών, οι Άγγλοι και Γάλλοι αποικιοκράτες αποκαλούσαν τρομοκράτες τους αγωνιστές της ανεξαρτησίας στην Αλγερία και την Ινδοκίνα, στην Κένυα και στην Κύπρο (η οδός Καραολή και Δημητρίου φέρει τα ονόματα δύο Κυπρίων «τρομοκρατών» που κρεμάστηκαν από τους Βρετανούς το 1956).

Στη χώρα μας η χρήση του όρου είναι ακόμα πιο πρόσφατη. Από την απελευθέρωση μέχρι τη δικτατορία, αυτοί που καταγγέλλουν τον αντίπαλο για τρομοκρατία είναι βασικά οι αριστεροί. Μια από τις βασικότερες αιτίες του Εμφύλιου είναι το ότι τα παραστρατιωτικά σώματα που είχαν δημιουργηθεί από τους Γερμανούς πέρασαν στην υπηρεσία των Εγγλέζων και έδρασαν ανενόχλητα στην ελληνική ύπαιθρο. Η καταγγελία της τρομοκρατίας συνεχίστηκε και μετά τον Εμφύλιο, όπου οι μηχανισμοί του παρακράτους παρέμειναν ισχυροί και μάλιστα με αυξημένη δραστηριότητα σε προεκλογικές περιόδους. Κορυφαία «τρομοκρατική» ενέργεια της εποχής η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, με την οποία πυροδοτήθηκαν εξελίξεις που κατέληξαν στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, τέσσερα χρόνια μετά. Η ίδια η δικτατορία χαρακτηρίστηκε προφανώς ως τρομοκρατική, και ο όρος συνέχισε να χρησιμοποιείται από δυνάμεις της (κατακερματισμένης πλέον) Αριστεράς, οποτεδήποτε αυτές έκριναν ότι η κρατική βία ξεπερνούσε τα όρια. Με πιο πρόσφατο παράδειγμα την ίδρυση της «Συσπείρωσης ενάντια στην κρατική τρομοκρατία» σαν αντίδραση στον τρομονόμο Σταθόπουλου.

Το καθεστώς, αντίθετα, άργησε να υιοθετήσει τον όρο. Ενώ δεν παρέλειψε να στολίσει τους κομμουνιστές με διάφορα κοσμητικά επίθετα (εαμοβούλγαρους, κατσαπλιάδες, συμμορίτες, πανσλαβιστές, μιάσματα, κτλ.), έχω την εντύπωση (κι ας ασχοληθεί μ’ αυτό η ιστορική έρευνα, ακόμη κι αν είναι να ανατρέψει τη γνώμη μου) ότι σπάνια χρησιμοποιείται ο όρος τρομοκρατία. Αυτά μέχρι τη χούντα, τα στρατοδικεία της οποίας υιοθετούν τη λέξη και αποκαλούν τρομοκράτες τους αντιστασιακούς κάθε απόχρωσης. Στη μεταπολίτευση, ο όρος πέφτει σε αχρηστία, αλλά σιγά σιγά επανέρχεται, αφενός λόγω της διεθνούς συγκυρίας, αφετέρου λόγω της δράσης στη χώρα μας των οργανώσεων ένοπλης βίας, που φυσικά αποκαλούνται τρομοκρατικές.

Φτάνουμε λοιπόν στο εξής παράδοξο: τρομοκράτης είναι όποιος καταφεύγει στη αθέμιτη βία, εάν είναι αντίπαλος. Όχι δικός μας. Ο δικός μας βέβαια, είναι τρομοκράτης για τον αντίπαλο. Τρομοκράτης λοιπόν ο Σαντάμ για τον Μπους, αλλά κι ο Μπους για τον Σαντάμ. Τρομοκράτες η 17 Νοέμβρη για την ελληνική έννομη τάξη και τους προστάτες της χώρας, αλλά τρομοκράτης για τη 17 Νοέμβρη ο Σώντερς λόγω της συμμετοχής του στους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας.

Βεβαίως, η Ιστορία συνήθως επικυρώνει την εκδοχή του νικητή: εγκληματίες πολέμου οι χιτλερικοί για το Άουσβιτς, όχι όμως οι αμερικάνοι για τη Χιροσίμα. Αλλά εάν ακολουθήσει κανείς αυτή την τακτική, κάθε άλλη διερεύνηση περισσεύει: Αρκεί να ταχθεί με το νικητή, να δεχτεί ότι τρομοκράτες είναι οι κακοί κι ότι οι κακοί είναι τρομοκράτες, και να στρατευθεί στον αγώνα εναντίον τους.

Όποιος όμως θέλει να καταλάβει κάτι παραπάνω, πρέπει να εγκαταλείψει τον φορτισμένο όρο «τρομοκρατία», και να μπει στην ουσία: να μιλήσει για τη βία, τις μορφές της, τα αποτελέσματά της και τις παρενέργειές της.

Βία και συναίνεση στην πολιτική

Θα ξεκινήσουμε από κάποιες κοινοτοπίες. Ξεχασμένες ίσως, αλλά κοινοτοπίες. Όπως ότι σε κάθε οργανωμένη κοινωνία οι άνθρωποι είναι άνισοι. Κι ότι η κοινωνία προσφεύγει στη βία και στη συναίνεση για συνεχίσει να υπάρχει, και για να διατηρήσει τις συστατικές της ανισότητες.

Η αναλογία ανάμεσα στη βία και τη συναίνεση ποικίλει. Σε προγενέστερες κοινωνίες με άκαμπτες ανισότητες, όταν η γέννηση σφράγιζε την κοινωνική θέση και τη μοίρα των ανθρώπων, και το μόνο που μπορούσε να προσμένει ένας φτωχός ήταν να γίνει υπηρέτης του άρχοντα αντί ζευγάς, η βία ήταν ο καθοριστικός παράγοντας. Η συναίνεση των απόκληρων ήταν άχρηστη, ο φόβος της βίας εξασφάλιζε την υποταγή τους. Κι όταν η ανισότητα γίνεται αδικαιολόγητη (όταν δεν υπάρχουν βάρβαροι επιδρομείς στον ορίζοντα, ή όταν έχουν πια φύγει αφήνοντας πίσω τους συντρίμμια, κι οι άρχοντες στάθηκαν ανίκανοι να τους αναχαιτίσουν) αλλά και δυσβάσταχτη, η απάντηση στη βία είναι πάλι βία, βία ανατρεπτική. Σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο: ληστρικές συμμορίες, αγροτικές εξεγέρσεις, θρησκευτικοί πόλεμοι. Η παγκόσμια Ιστορία είναι μια αλυσσίδα βίας: Η βία είναι η μαμή της Ιστορίας.

Στη σημερινή κοινωνία, οι ανισότητες δεν είναι ανυπέρβλητες. Η γέννηση δεν καθορίζει απόλυτα το μέλλον. Σε ατομικό επίπεδο υπάρχει η δυνατότητα κοινωνικής ανόδου, και η ύπαρξη αυτοδημιούργητων επιφανών συμπολιτών μας έρχεται κάθε τόσο να μας το υπενθυμίσει. Πράγμα, που βέβαια δεν μειώνει τις ανισότητες σε γενικό επίπεδο: αντίθετα, τις συντηρεί και τις αναπαράγει∙ αν πολλοί ελπίζουν στην κοινωνική άνοδο, ελάχιστοι την πραγματοποιούν στο ορατό μέλλον. Έτσι, η κοινωνική ανισότητα, στο μέτρο που τροφοδοτεί την ελπίδα, μετατρέπεται από παράγοντα ανατροπής σε παράγοντα κοινωνικής συνοχής.

Επομένως, η συναίνεση έχει το προβάδισμα απέναντι στη βία. Που δεν σημαίνει βέβαια ότι η θεσμική βία της κοινωνίας εξαλείφεται. Ακόμα και στις «ομαλότερες» καταστάσεις (ότι κι αν αυτό σημαίνει), υπάρχει ένα επίπεδο βίας και καταναγκασμού ανάμεσα στο κράτος και τους πολίτες που θεωρείται «φυσιολογικό», ιδίως όταν αυτή εξασκείται πάνω σε «στιγματισμένες» ομάδες (φυλακισμένοι, μειονότητες, κ.α.). Δεν υπάρχει είδηση για βίαιη συμπεριφορά αν δεν ξεπεραστούν κάποια όρια. Όρια απολύτως ασαφή και οπωσδήποτε όχι ανεξάρτητα από την ιδιότητα του παθόντα: άλλη έκταση παίρνει η κακομεταχείριση ενός μετανάστη και άλλη μιας παράνομης βίλας στο Λαγονήσι.

Εκτός όμως από αυτή την ενδημική μορφή βίας, που διατηρείται ακόμα και στις λαμπρότερες στιγμές συναίνεσης, υπάρχει και η συστηματική καλλιέργεια της βίας σε μορφή αποθηκευμένη. Για το μη τυχόν, και όχι μόνο. Όπλα, αέρια, συστήματα ανίχνευσης και παρακολούθησης, μηχανήματα και ζώα, σκύλοι και δελφίνια, εξοπλίζουν στρατούς και αστυνομίες σ’ όλες τις ανεπτυγμένες χώρες. Κι όταν παλιώσουν και αντικατασταθούν, πουλιούνται (ή και χαρίζονται) σε τριτοκοσμικούς. Κι άμα λάχει, αν προκύψει (ή αν προκληθεί) κρίση, χρησιμοποιούνται κιόλας. Ώστε να μην αμφισβητείται η υπεροχή των πολιτισμένων πάνω στους απολίτιστους. Ή, αν χρειαστεί, πάνω στους πολιτισμένους ανταγωνιστές. Όπως είχε πει κι ο ρωμαίος αυτοκράτορας Τραϊανός, αν θες ειρήνη προετοίμαζε τον πόλεμο.

Καταλήγουμε δηλαδή πάλι σε παράδοξο: ενώ η συναίνεση είναι γενικά επικρατέστερη απέναντι στη βία (τουλάχιστον στο εσωτερικό μιας κοινωνίας, αλλά όχι μόνον: η εξαγορά συνεργατών και η συντήρηση υποτελών συμμάχων εξασφαλίζουν ευρύτερες συναινέσεις), η βία μπορεί να φτάσει σε επίπεδα αποκαλυπτικής καταστροφής. Τα σύγχρονα όπλα μπορούν να αφανίσουν για αιώνες κάθε θηλαστικό του πλανήτη (για τις κατσαρίδες ή τις πεταλίδες δεν ξέρω), πράγμα που κανένας Ταμερλάνος ή Καλιγούλας[1] δεν ήταν σε θέση να ονειρευτεί καν. Κι όμως η συναίνεση είναι πιο απαραίτητη παρά ποτέ για την επιβίωση του συστήματος. Και γι αυτό το λόγο η εξουσία δεν αρκείται να δείξει τον εχθρό της, της χρειάζεται να τον σπιλώσει επιπλέον. Δεν αρκείται στο «φανατικοί μουσουλμάνοι», τόσο γιατί θέλει και μουσουλμάνους συμμάχους, αλλά κι επειδή τη βολεύει να τσουβαλιάσει όλους τους εχθρούς της, μουσουλμάνους ή όχι, ως τρομοκράτες (έστω κι ως δυνάμει τρομοκράτες), ως εχθρούς της κοινωνίας στο σύνολό της.

Ο απειλούμενος πολιτισμός μας και οι ρίζες του

Δεν είναι βέβαια σήμερα η πρώτη φορά που η άρχουσα τάξη μιλάει κι αποφαίνεται για λογαριασμό της κοινωνίας όλης, κι όλης της Οικουμένης. Όταν μπαίναν τα θεμέλια του σημερινού παγκόσμιου χωριού, την εποχή του Διαφωτισμού, η (επαναστατική τότε) αστική τάξη έβαζε μπροστά αξίες πανανθρώπινες: ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα. Και, μ’ αυτές τις αξίες στη σημαία της, ανέτρεψε την κοινωνία της παγιωμένης ανισότητας, προς όφελος της ρευστής ανισότητας, του κοινωνικού συμβολαίου και της μισθωτής εργασίας. Με διαφορετικούς ρυθμούς στις διάφορες χώρες, με πισωγυρίσματα, και βέβαια με άφθονους συμβιβασμούς και υπαναχωρήσεις στις αξίες που επαγγέλλεται: ας μην ξεχνάμε ότι η δουλεία καταργήθηκε μόλις το 1848 στη Γαλλία, το 1865 στις ΗΠΑ, και πως η καταναγκαστική εργασία, ιδίως των παιδιών, ανθεί ακόμα και σήμερα στις χώρες του ανερχόμενου καπιταλισμού της Άπω Ανατολής.

Κι ας μην ξεχνάμε επίσης ότι οι πανανθρώπινες αξίες ήταν το άλλοθι κάτω από το οποίο επιβλήθηκε η αποικιοκρατία. Πάνω από έναν αιώνα κράτησε ο συστηματικός εκπολιτισμός των βαρβάρων από τους πολιτισμένους ευρωπαίους (αλλά και αμερικάνους ή γιαπωνέζους όποτε δινόταν η ευκαιρία), με τη συστηματική εκμετάλλευση των αποικιών, που αντικατέστησε το προηγούμενο ληστρικό αποικιακό σύστημα των Ισπανών και Πορτογάλων, καταργώντας μάλιστα το δουλεμπόριο. Κι όταν, μετά το 1960, η αποικιοκρατία κατέρρευσε, η άμεση διακυβέρνηση έδωσε τη θέση της στην οικονομική εξάρτηση και την εξαγορά ντόπιων στηριγμάτων. Με αποτέλεσμα να φτάσουμε σήμερα σε έναν υπερχρεωμένο τρίτο κόσμο, σε μια χωρίς προηγούμενο εξαθλίωση, πείνα και βία. Κι όσο για τον εκπολιτισμό των βαρβάρων με βάση τις πανανθρώπινες αξίες, αυτός απέτυχε παταγωδώς. Σε χώρες που δεν είχαν παράγει κι αφομοιώσει τους δικούς τους Ντεκάρτ, Ντίκενς και Ντοστογιέφκι, από το δυτικό πολιτισμό δεν έφτασε παρά μόνο ο σκληρός του πυρήνας: η δύναμη του χρήματος. Στις μητροπόλεις έμεινε ο πατερναλιστικός μύθος της εκπολιτιστικής αποστολής του λευκού ανθρώπου εν ονόματι της προόδου και του ανθρωπίνου γένους. Μύθος καθησυχαστικός με ρίζες βαθιές.

Όταν σε παγκόσμια κλίμακα η ανισότητα αγγίζει τέτοια ύψη, ώστε τα έξοδα των εκδηλώσεων για την ορκωμοσία του προέδρου Μπους να φτάνουν τα 60 εκ. δολλάρια ενώ η βοήθεια στην καταστροφή του Ινδικού Ωκεανού με τους 200.000 νεκρούς τα 300 εκ. (όσο τα έξοδα μιας μέρας για τον πόλεμο του Ιράκ), επόμενο είναι να υπάρχουν εκδηλώσεις βίας. Και μάλιστα βίας αποτρόπαιας, καθότι εναντίον αμάχων, στη Νέα Υόρκη, στη Μαδρίτη, στη  Μόσχα. Αυθόρμητα, ο μέσος (δυτικός) άνθρωπος ταυτίζεται με τα θύματα: κανένας δε θάθελε να τιναχτεί απροειδοποίητα στον αέρα όντας στο γραφείο του ή στο μετρό ή στο θέατρο. Αλλά την εξόντωση αμάχων ο λευκός άνθρωπος την εφάρμοσε σε μαζική κλίμακα: Γκουέρνικα, Καλάβρυτα, Άουσβιτς, Δρέσδη, Χιροσίμα, Σετίφ της Αλγερίας ή Σονγκ-Μυ του Βιετνάμ μαρτυρούν γι αυτό. Χώρια η ολοκληρωτική εξόντωση των ιθαγενών της Τασμανίας, που κυνηγήθηκαν σα ζώα τον 19ο αιώνα: ούτε ένα ζευγάρι για το ζωολογικό κήπο τους δεν κράτησαν.

Βέβαια, όσο θεαματικές κι αν ήταν, οι ενέργειες των φανατικών ισλαμιστών δεν άλλαξαν τους συσχετισμούς δυνάμεων, τουλάχιστον άμεσα, παρόλο που μερικοί επισήμαναν ότι οι αμερικάνοι θέρισαν ότι είχαν σπείρει. Αντίθετα, οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν το πλήγμα της 11ης Σεπτέμβρη για να συσπειρώσουν γύρω τους συμμάχους και να εξορμήσουν για την εδραίωση της παγκόσμιας κυριαρχίας τους. Με προκάλυμμα πάλι τις πανανθρώπινες αξίες, τις οποίες απροκάλυπτα παραβιάζουν κατά τα άλλα. Και ο χορός καλά κρατεί.

Μια παραπέρα ανάλυση της «τρομοκρατίας», δηλαδή της βίαιης αντίδρασης (ή μάλλον των βίαιων αντιδράσεων) στη Νέα Τάξη Πραγμάτων σε παγκόσμια κλίμακα ξεπερνάει τα όρια αυτού του κειμένου. Ας αρκεστούμε στο ερώτημα: «δεδομένου ότι μέχρι τώρα το καπιταλιστικό σύστημα διατηρούσε τις ισορροπίες διευρύνοντας τα γεωγραφικά του σύνορα, τι μπορεί να κάνει τώρα που τα έχει εξαντλήσει;», κι ας κρατήσουμε για τη συνέχεια το ότι η λειτουργία κι η εξέλιξη της κατάστασης είναι φοβερά ανομοιόμορφη από χώρα σε χώρα. Υπάρχουν περιοχές και περίοδοι αλλού ήρεμες κι αλλού ταραγμένες, και οι τοπικές συνθήκες, οι παραδόσεις, η ιστορία, η γεωγραφία, η διάρθρωση παίζουν παντού σημαντικό ρόλο. Αλλά μπορούμε να διατυπώσουμε τον γενικό κανόνα: η ελπίδα και ο φόβος είναι ανασχετικοί παράγοντες για την εκδήλωση (ανατρεπτικής) βίας. Εξέγερση, σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο εμφανίζεται όταν η οργή ή η απελπισία ξεπεράσουν το φόβο.

Ελλάδα: εξάρθρωση της τρομοκρατίας και επικοινωνιακά κουκουλώματα

Καιρός να έρθουμε στα δικά μας. Εξετάζοντας αυτό που ονομάστηκε τρομοκρατία στην Ελλάδα, οφείλουμε να επισημάνουμε πρώτα απ’ όλα μερικά προφανή γεγονότα που συνήθως αποσιωπούνται. Και πρώτα απ’ όλα το ότι δεν υπάρχει καμία σύγκριση του «εδώ» με το «έξω», ούτε στην έκταση, ούτε στις μεθόδους, ούτε στο επιδιωκόμενο πολιτικό αποτέλεσμα. Πράγματι, ο αριθμός των νεκρών από το 1975 ως σήμερα (ή ως το 2002 που έγιναν οι συλλήψεις) με το ζόρι αγγίζει τους 30, ενώ συχνότατα ένα χτύπημα Τσετσένων, Βάσκων ή ισλαμιστών ξεπερνάει αυτό τον αριθμό. Έπειτα, οι ανθρωποκτονίες αφορούν επιλεγμένους στόχους με συμβολικό χαρακτήρα και όχι μαζικούς στόχους τυφλών χτυπημάτων. Τρίτον, οι ενέργειες των μεν εντάσσονται σε μια στρατηγική φθοράς του αντιπάλου, στην εμπροσθοφυλακή ή στα μετόπισθεν, με πολιτική επιδίωξη την απόσυρσή του, άρα την απελευθέρωση της πατρίδας ή των ιερών τόπων∙ ενώ στα καθ’ ημάς τέτοιο θέμα δεν υπάρχει: οι ενέργειες έχουν κυρίως συμβολικό-επικοινωνιακό χαρακτήρα.

Επόμενη διαπίστωση είναι ότι ο το κράτος εξάρθρωσε την «τρομοκρατία» όταν αυτή είχε ήδη ηττηθεί πολιτικά. Οι περισσότερες οργανώσεις ένοπλης βίας υπήρξαν εφήμερες. Απ’ αυτές που είχαν διαχρονική παρουσία, ο ΕΛΑ είχε δηλώσει ότι σταματάει τη δράση του το 1995 έχοντας ήδη μειωμένη δραστηριότητα από καιρό. Και η Ε.Ο.17Ν είχε σαφώς μειωμένη δράση τα τελευταία χρόνια, όπως δείχνουν κι οι αριθμοί: ενώ η οργάνωση διέπραξε 23 ανθρωποκτονίες σε 27 χρόνια δηλαδή σχεδόν  μία το χρόνο, οι τελευταίες απέχουν τρία χρόνια μεταξύ τους (1994-1997-2000). Και τα κείμενα της οργάνωσης χωρίζονται σε τρεις περιόδους ως προς την πυκνότητα εμφάνισης. Μια πρώτη φάση σποραδικής παρουσίας, με 9 προκηρύξεις ως και το 1984, έντονη παρουσία στο διάστημα 1985-92 με 63 προκηρύξεις (13 το 1989, το μεγαλύτερο νούμερο για μια χρονιά), και 10 προκηρύξεις το 1993-2001[2]. Η «τρομοκρατία», δηλαδή, είχε ήδη ηττηθεί πολιτικά όταν εξαρθρώθηκε το 2002 (φυσικά κανείς δεν ξέρει, και δεν μπορεί βάσιμα να επιχειρηματολογήσει, για το πόσο θα είχε ακόμα διαρκέσει –και ποια θα ήταν – η δράση της 17Ν αν δεν είχε σκάσει η μπόμπα στα χέρια του Ξηρού∙ το ότι το οπλοστάσιό της ήταν ανέπαφο δεν σημαίνει ότι θα είχαμε έξαρση, γιατί ανέπαφο ήταν ήδη, κι όμως είχαμε κάθετη μείωση της δραστηριότητάς της για μια δεκαετία, και πλήρη έλλειψη ανθρωποκτονιών μετά τις συλλήψεις): ο εχθρός ήταν στο έδαφος και δεν απειλούσε το καθεστώς. Με αυτά υπόψη, οι θριαμβευτικοί διθύραμβοι για την εξάρθρωση της 17Ν φαίνονται σκέτες μεγαλοστομίες. Ενώ για τον ΕΛΑ δεν είναι παρά γελοιότητες, γελοιότητες τραγικές: άνθρωποι καταδικάστηκαν σε εξοντωτικές ποινές χωρίς στοιχεία, για λόγους σκοπιμότητας, για να χτυπηθεί μια οργάνωση που αποτελούσε ιστορικό παρελθόν: «πάει ο νεκρός στον πόλεμο, να ξανασκοτωθεί»…[3]

Τρίτο, και συνέπεια των προηγουμένων, είναι ότι η «εξάρθρωση της τρομοκρατίας» δεν ήταν μια πολιτική νίκη επί της «τρομοκρατίας», αλλά μια μάχη που δόθηκε σε επικοινωνιακό επίπεδο, με διπλό στόχο: Προς τους εξωτερικούς μας προστάτες για να τους πείσει ότι είμαστε αξιόπιστοι σύμμαχοι, και προς τον ελληνικό λαό για να τον συσπειρώσει στα πλαίσια της έννομης τάξης. Οι μεθοδεύσεις και οι τυμπανοκρουσίες είχαν και σαν παράπλευρο (ή μήπως επιδιωκόμενο;) αποτέλεσμα την αποσιώπηση κάθε ουσιαστικού (δηλαδή μη σεναριολογικού) προβληματισμού γύρω από την τρομοκρατία (δηλαδή τη βία εντός κοινωνίας). Διότι όταν η εξουσία δημιουργεί προκατασκευασμένους ενόχους και καταρρακώνει η ίδια τη νομιμότητα του πολιτεύματος, τα υπόλοιπα φαντάζουν ψιλά γράμματα.

Ας συνεχίσουμε λοιπόν στα ψιλά γράμματα, εξετάζοντας τις συνθήκες όπου εμφανίστηκαν οι οργανώσεις ένοπλης βίας στη χώρα μας.

Η μεταπολίτευση: ρήξη και συνδιαλλαγή

Η μεταπολίτευση υπήρξε μια (μια ακόμη) ασυνέχεια στη διακυβέρνηση της Ελλάδας. Προς το παρόν η τελευταία. Η προηγούμενη κυβέρνηση, η Ιωαννιδική χούντα, έπεσε όχι επειδή κάποιος την ανέτρεψε (εσωτερικός αντίπαλος -η αντίσταση- ή εξωτερικός εχθρός) αλλά επειδή κατέρρευσε, ανίκανη να αντιμετωπίσει της συνέπειες της κρίσης που η ίδια προκάλεσε με το πραξικόπημα στην Κύπρο: την τούρκικη εισβολή στο νησί και το χάος της γενικής επιστράτευσης. Ακολούθησαν στιγμές κενού εξουσίας, ώσπου τελικά, τελείως άτυπα αλλά με παλλαϊκή αποδοχή (και υποδοχή), ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Η πολιτική που ακολουθήθηκε είναι γνωστή: Καταδίκη της δικτατορίας, εγκατάσταση δημοκρατικού πολιτεύματος, εθνική συμφιλίωση με τους χαμένους του εμφυλίου πολέμου. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου τιμήθηκε σαν εθνική γιορτή, η αντίσταση εξυμνήθηκε (παρότι ο ίδιος ο Καραμανλής ουδέποτε έκλινε προς αυτήν). Η κοινωνική νομιμοποίηση της νέας κατάστασης απαιτούσε πλήρη ιδεολογική ρήξη με το άμεσο παρελθόν.

Αλλά ενώ στη φρασεολογία υπήρξε ρήξη, στην αναδιοργάνωση του κράτους επικράτησε η συνδιαλλαγή. Παράλληλα με την παραδειγματική τιμωρία των «πρωταιτίων», υιοθετήθηκε το επινόημα του «στιγμιαίου αδικήματος» της συνεργασίας με τη χούντα και η επτασφράγιστη λήθη για το Κυπριακό πραξικόπημα: ο κάθε συνεργάτης της χούντας μπορούσε να προσχωρήσει στη νέα κατάσταση, αρκεί να δήλωνε υποταγή και πίστη. Και ξαναγύρισαν βέβαια και όσοι είχαν διωχτεί, έτσι ώστε να αποκατασταθούν νέες ισορροπίες ανάμεσα σε θύτες και θύματα.

Δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε ομοιότητες και διαφορές με προγενέστερες καταστάσεις. Στην απελευθέρωση, η κυβέρνηση του Καΐρου, με την καθοδήγηση των Εγγλέζων, προσπάθησε να ενσωματώσει στο νέο ελληνικό στρατό αντάρτες και ταγματασφαλίτες. Όχι βέβαια επειδή ήθελαν κάποιες ισορροπίες: Να αποδυναμώσουν τον ΕΛΑΣ ήθελαν, ενόψει της σύγκρουσης που προετοίμαζαν, όπως το έχει παραδεχτεί ο ίδιος ο Τσώρτσιλ. Αντίθετα, σε άλλες χώρες της Ευρώπης όπου υπήρξε ισχυρό αντιφασιστικό κίνημα (Γαλλία, Ιταλία), έγινε κυβέρνηση εθνικής ενότητας (με συμμετοχή και των κομμουνιστών), που επέβαλε κάθαρση του κρατικού μηχανισμού από τα φασιστικά στοιχεία. Μπορεί οι κομμουνιστές να πέρασαν στην αντιπολίτευση μετέπειτα, αλλά εμφύλιος πόλεμος δεν έγινε σ’ αυτές τις χώρες.

Σίγουρα η τακτική του «στιγμιαίου» οφείλεται και στο ότι η χούντα δεν είχε ηττηθεί από άλλη δύναμη, και τα υπολείμματά της παρέμεναν μέσα στη διοίκηση, το στρατό και την αστυνομία. Παρότι αποδιοργανωμένα, ήταν ικανά να προκαλέσουν προβλήματα, ίσως και πραξικοπήματα. Η έκβαση μιας μετωπικής σύγκρουσης μαζί τους ήταν αβέβαιη. Προτιμήθηκε η χλιαρή αντιμετώπισή τους (μεταθέσεις, ας πούμε, αντί αποτάξεις στο στρατό) και η ενσωμάτωση όσων ήσαν διατεθειμένοι να ενσωματωθούν. Εκτός από τον πανεπιστημιακό χώρο (και αυτό λόγω φοιτητικού κινήματος), κάθαρση δεν έγινε.

Υπήρχε κι ένας άλλος παράγοντας, κοινωνικός. Μπορεί η χούντα να μη νομιμοποιήθηκε ποτέ στα μάτια του ελληνικού λαού, αλλά μαζική αντίσταση σ’ αυτήν δεν υπήρξε, παρά μόνο στιγμιαία[4]. Αντίθετα, αυτοί που έδειξαν ανοχή ή που επωφελήθηκαν, κοινωνικά ή οικονομικά, δεν ήταν αμελητέα ποσότητα. Και ως ευηπόληπτοι πολίτες θα στήριζαν το νέο καθεστώς εάν αυτό δεν τους ενοχλούσε και τους άνοιγε την αγκαλιά του. Τη στιγμή μάλιστα που το καθεστώς αποδεχόταν σιγά σιγά  τους ηττημένους του εμφυλίου πολέμου.

Η επιλογή αυτή, επομένως, ενίσχυσε το νέο πολίτευμα απέναντι στον κίνδυνο πραξικοπήματος. Αλλά καθώς καμία σταδιακή εξυγίανση δεν ακολουθήθηκε, οι χουντικοί κι οι καιροσκόποι παρέμειναν, διατήρησαν διασυνδέσεις, έκαναν καριέρα. Δεν νομίζω να πρωτοτυπώ, λέγοντας ότι η σημερινή αίσθηση γενικευμένης διαπλοκής και ατιμωρησίας (φτάνει να μη σε πιάσουν, αλλά και πάλι κάτι μπορεί να γίνει) έχει εκεί τις ρίζες της. Αν τα βραχυπρόθεσμα οφέλη του «στιγμιαίου» είναι υπέρτερα από τις μακροπρόθεσμες βλάβες, ας το απαντήσουν άλλοι.

Μεταπολίτευση και ριζοσπαστικοποίηση

Αυτά από μεριάς κράτους. Η κοινωνία των πολιτών, απ’ τη δικιά της μεριά, ξαναανακάλυψε το δημόσιο λόγο. Και έκρινε τα γεγονότα. Πολλοί θεώρησαν υπαναχώρηση την επιλογή του στιγμιαίου. Κατ’ άλλους αναγκαία, κατ’ άλλους απαράδεκτη. Οι πολιτικές δολοφονίες της χούντας (Τσαρουχάς, Μανδηλαράς, Γ. Παναγούλης κ.α.) ουδέποτε εξιχνιάστηκαν, η σφαγή που ακολούθησε το Πολυτεχνείο δεν διαλευκάνθηκε, οι βασανιστές έμειναν ελεύθεροι. Τα πολιτικά εγκλήματα εναντίον προσώπων έγιναν κοινού ποινικού δικαίου, και έπρεπε οι οικογένειες των νεκρών και των βασανισμένων να κάνουν αγωγή εναντίον των βασανιστών, λες και ήταν προσωπικές οι διαφορές τους.

Δεν ήταν όμως το παρελθόν αλλά και το παρόν που έπαιζε ρόλο. Παρά την αλλαγή φρασεολογίας, η ενδημική βία διατηρήθηκε∙ αυξήθηκε μάλιστα καθώς νομιμοποιήθηκαν οι διαδηλώσεις, ενώ τα πρόσωπα δεν άλλαξαν στους μηχανισμούς καταστολής. Λίγες βδομάδες μετά την πτώση της χούντας ξανάγινε λόγος για βασανιστήρια από την αστυνομία (στο Αλιβέρι). Χημικά και δακρυγόνα, συλλήψεις και κακοποιήσεις διαδηλωτών ξαναμπήκαν στην ημερησία διάταξη. Υπήρξαν μέχρι και νεκροί σε διαδηλώσεις (Κουμής, Κανελλοπούλου), σε επιδρομές της αστυνομίας σε σπίτι (Τσιρώνης), σε εκπυρσοκροτήσεις αστυνομικού όπλου (Καλτεζάς, ετών 17). Και πίσω απ’ όλα, ορατή η απειλή νέας δικτατορίας – άσχετο αν δεν πραγματοποιήθηκε.

Σε αυτό το σκηνικό υπήρχαν δυνάμεις που είχαν ενεργοποιηθεί και ριζοσπαστικοποιηθεί από την εποχή της δικτατορίας, μέσα στο φοιτητικό κίνημα. Άτομα που είχαν ιστορικά δικαιωθεί, σύμφωνα με την επίσημη φρασεολογία, αλλά που αισθάνονταν βαθιά ανικανοποίητα γιατί η αλλαγή που ήθελαν δεν ήταν αυτή που ήρθε. Άνθρωποι που έγιναν αριστεροί επειδή θέλησαν να αλλάξουν τη μοίρα τους, και που δεν εντάχθηκαν στη συντεταγμένη Αριστερά. Γιατί αυτοί δε θέλησαν ή γιατί αυτή δεν μπόρεσε.

Πράγματι, η συντεταγμένη Αριστερά είχε από καιρό παραιτηθεί από το όραμα μιας άλλης κοινωνίας, όραμα που να καθορίζει τις πολιτικές της επιλογές, στρατηγικές ή τακτικές. Η βασική πολιτική της επιδίωξη ήταν να αναγνωριστούν οι αριστεροί σαν ισότιμοι πολίτες, κι αυτό είχε αρχίσει να υλοποιείται. Και τα δύο τμήματα που είχαν προκύψει από τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968, είχαν για κύριο μέλημα τη δικιά τους οργανωτική ενίσχυση. Κι η δράση τους τον καιρό της δικτατορίας δεν ήταν ιδιαίτερα λαμπρή: και οι δύο είχαν καταδικάσει την κατάληψη του Πολυτεχνείου, και τα μέλη τους που συμμετείχαν τόκαναν σπάζοντας τη γραμμή – άσχετο αν εκ των υστέρων επιδίωξαν να οικειοποιηθούν το γεγονός. Τότε, τα γεγονότα ήταν νωπά και η έλξη που ασκούσαν στα πιο ριζοσπαστικοποιημένα κομμάτια της (αθηναϊκής) νεολαίας ελάχιστη.

Ακολουθώντας τις τάσεις της εποχής, αυτό το δυναμικό κατακερματίστηκε σε μικρότερες ή μεγαλύτερες ομάδες, ενώ άλλοι έμειναν ανένταχτοι. Κάποιοι πρέπει να σχημάτισαν τις οργανώσεις ένοπλης βίας, τις λεγόμενες τρομοκρατικές, ως απάντηση στη θεσμική βία. Αυτή τουλάχιστον είναι η δική μου εκτίμηση.

Το ποιοι έκαναν αυτό το βήμα είναι θέμα ψυχολογίας, όχι πολιτικής. Διότι το πέρασμα στην πράξη έχει μια τελείως προσωπική διάσταση. Όσο κι αν επαναλαμβάνουν οι θεωρίες ότι η βία φέρνει βία, δεν μπορούν προβλέψουν με ακρίβεια τη στιγμή που γίνεται αυτό. Διότι είναι θέμα απόφασης, κι οι παράγοντες που την καθορίζουν αστάθμητοι.

Γι αυτό εξάλλου και οι θεωρίες περί ηθικών αυτουργών είναι σκέτες μπούρδες. Όποιος αυτοκτονεί συμπαρασέρνοντας στο θάνατο τους εχθρούς αφού πρώτα πλυθεί και προσευχηθεί, όποιος στήνει καρτέρι και πυροβολεί τον κακό εφοπλιστή χωρίς κανένα προσωπικό κέρδος (ούτε καν την ηδονή της εκδίκησης), ηθικό αυτουργό ούτε έχει ούτε χρειάζεται. Κι όποιος διαφωνεί, ας διαβάσει Ντοστογιέφκι, ας διαβάσει Σαρτρ. Ίσως καταλάβει.

Πολιτική αποτίμηση των οργανώσεων ένοπλης βίας

Μένει να εξετάσουμε την πολιτική διάσταση αυτών των οργανώσεων, το τι ήθελαν και τι κατάφεραν. Τόσο οι αναλύσεις της κοινωνίας όσο και οι οραματικοί  πολιτικοί στόχοι, δεν τις διαφοροποιούν αισθητά μέσα στο φάσμα της μαρξιστικής αριστεράς. Αυτό που τις ξεχωρίζει, παρά τις μεταξύ τους διαφορές, είναι η πρακτική τους, δηλαδή η χρήση της βίας. Και ο ρόλος που αποδίδουν σ’ αυτή.

Η λογική τους είναι η λογική της παραδειγματικής πράξης: Δείχνουμε στο λαό ότι ο εχθρός δεν είναι άτρωτος, ότι οι λαϊκές δυνάμεις μπορούν να οργανωθούν και να του καταφέρουν χτυπήματα, και όταν αυτό γενικευθεί τότε μπορεί να γίνει η επανάσταση. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η άποψή τους: ένοπλη προπαγάνδα, όχι μόνο των όσων λένε, αλλά και των όσων κάνουν. Προφανώς θεωρούν ανέφικτη την ειρηνική μετάβαση στο σοσιαλισμό. Θεωρούν τον εαυτό τους κάτι σαν προκεχωρημένο φυλάκιο κάποιου μελλοντικού επαναστατικού στρατού που κάποτε θα δημιουργηθεί, χωρίς όμως να δηλώνουν ότι αποτελούν πρωτοπορεία. Διεξάγουν έναν πόλεμο φθοράς στο σύστημα, αλλά η φθορά αυτή είναι αμελητέα (με αυτούς τους ρυθμούς θα χρειάζονταν χιλιάδες χρόνια για να σκοτώσουν όλους τους «κακούς»).  Προσμένουν λοιπόν να αγκαλιαστούν κάποτε από το λαϊκό κίνημα, φροντίζουν οι ενέργειές τους να μην έρχονται σε αντιπαράθεση με τους μαζικούς αγώνες, έχοντας συχνές αναφορές σ’ αυτούς, φροντίζουν το επίπεδο βίας που χρησιμοποιούν να μην ξεπερνάει κάποια όρια (κατά τη δική τους εκτίμηση), και δεν παραλείπουν να παρουσιάζουν απόψεις πάνω σε πολλά θέματα. Μ’ άλλα λόγια, ασκούν πολιτική.

Όπως όμως είδαμε, η προσδοκία τους διαψεύστηκε. Μετά από κάποια φάση πολλαπλασιασμού των οργανώσεων και των ενεργειών, ακολούθησε ύφεση και σχεδόν σιωπή. Μια ατυχία (η έκρηξη του Πειραιά) ήταν αρκετή για να εξαλείψει την τελευταία δραστήρια οργάνωση: ο Κουφοντίνας παραδόθηκε στις αρχές αναγνωρίζοντας την ήττα της 17Ν. Το παράδειγμά τους δεν γενικεύτηκε, ο λαός δεν τους ακολούθησε, η επανάσταση δεν έγινε. Το στοίχημα που είχαν βάλει με την Ιστορία το έχασαν.

Παρόλο όμως που έχασαν, το ίχνος τους στην Ιστορία το άφησαν. Ας δούμε ποιο ήταν αυτό, πέρα από τον πόνο στις οικογένειες των θυμάτων, τον πονοκέφαλο (αλλά και τις ευκαιρίες για μπίζνες ή για καριέρα) των διωκτικών αρχών, το τρίξιμο των δοντιών των Προστάτιδων Δυνάμεων και την πολιτική αμηχανία της επίσημης  Αριστεράς. Πέρα από το αυτονόητο ότι χρησιμοποιήθηκαν ως πρόσχημα για την ενίσχυση των κατασταλτικών δυνάμεων και θεσμών (αυτονόητο, αλλά ισχνό: τόσο η 21η Απριλίου όσο και ο πόλεμος του Ιράκ δείχνουν ότι σε κρίσιμες περιστάσεις τα προσχήματα είναι άχρηστα).

Το κύριο χαρακτηριστικό ήταν ότι απέκτησαν όχι μιμητές, αλλά οπαδούς.   Οι παραδειγματικές πράξεις δεν αποτέλεσαν τελικά παράδειγμα, αλλά θέαμα που κόλλαγε σε αρχέτυπα: Τσακιτζής, Ζορρό, Ρομπέν των Δασών. Ανεξάρτητα από τις επαναστατικές τους προθέσεις, η κοινωνία του θεάματος τους τοποθέτησε στο ρόλο του τιμωρού εκδικητή που τους ταίριαζε γάντι. Εφόσον η πρακτική τους δεν γενικεύθηκε,  μύθοποιήθηκαν. Κι ο τηλεθεατής λαός ήταν καταχαρούμενος που κάποιοι σκότωναν τους κακούς χωρίς να χρειαστεί ο ίδιος να βάψει τα χέρια του με αίμα, ούτε καν να σηκωθεί από την πολυθρόνα του. Μέσα στα πλαίσια της κοινωνίας του αδύναμου ατόμου απέναντι στο παντοδύναμο κράτος, φαινόταν ανακουφιστικό κάποιοι ασύλληπτοι να καταρρακώνουν αυτή την παντοδυναμία και να γίνονται φρένο στους ισχυρούς. Και ο μύθος λειτούργησε και προς την αντίπερα όχθη: ενώ, με ένα νεκρό το χρόνο, ο κίνδυνος να χτυπηθεί κανείς από τους «τρομοκράτες» ήταν απειροελάχιστος σε σχέση με τον κίνδυνο τροχαίου, η απειλή έγινε αισθητή μέχρι σημείου να υπάρξουν και επιτήδειοι «ασφαλιστές» για πρόληψη τρομοκρατικού χτυπήματος.

Γι αυτό, εξάλλου, ήταν τόσο σημαντική η επικοινωνιακή πλευρά της εγχώριας αντιτρομοκρατικής σταυροφορίας. Έπρεπε να χτυπηθεί ένας μύθος, κι ο μύθος μόνο με μύθο χτυπιέται: Όπως οι εκπεσόντες άγγελοι έγιναν διάβολοι, έτσι κι η κοινωνία του θεάματος έδωσε στους τιμωρούς άλλο ρόλο, αυτόν του στυγερού δολοφόνου. Και σε γενικές γραμμές, πάλι χάρηκε ο τηλεθεατής λαός. Γιατί ο τηλεθεατής λαός δεν έχει υπερβολικές απαιτήσεις. Αρκεί η παράσταση να συνεχίζεται.

Έληξε λοιπόν η «τρομοκρατία» στην Ελλάδα; Προφανώς ναι, με τη μορφή που μέχρι τώρα ξέραμε. Ίσως επειδή η Ελλάδα πλούτισε – ή μάλλον οι άλλοι φτώχυναν – κι αντί να εξάγει μετανάστες τώρα εισάγει. Βέβαια κανείς δεν εγγυάται τι θα γίνει αν η ενδημική θεσμική βία ξεπεράσει κάποια όρια. Κι αυτά τα όρια δεν τα καθορίζει κανένας αναλυτής, κανένας διανοούμενος, παρά μόνον το πετσί αυτών που υφίστανται τη βία.

Και δε χρειάζεται βέβαια να θριαμβολογούμε για τη νίκη της κοινωνίας μας επί της τρομοκρατίας. Κανένα πρόβλημα δεν έλυσε αυτή η «νίκη», και προβλήματα υπάρχουν μπόλικα. Ούτε δικαιώθηκε η επίσημη Αριστερά επειδή επιβίωσε οργανωτικά, ενώ οι οργανώσεις ένοπλης βίας έσβησαν: Γιατί σκοπός της Αριστεράς δεν είναι η επιβίωσή της, αλλά η αλλαγή της κοινωνίας. Ή μήπως όχι πια;


[1] Του αποδίδεται η φράση: «Τι κρίμα που όλη η Ρώμη δεν έχει ένα κεφάλι να τόκοβα!».

[2] Από την έκδοση «17Ν – οι προκηρύξεις», Κάκτος, 2002. Σημειώνω ότι κάποιες έχουν καταγγελθεί ως πλαστές από το Δ. Κουφοντίνα, αλλά αυτό δεν αλλοιώνει τη γενική εικόνα.

[3] Μπέρτολντ Μπρέχτ, Μπαλλάντα του νεκρού στρατιώτη.

[4] Σε κάποιες κηδείες ή στην υποστήριξη της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, π.χ.

Advertisements
No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: