Skip to content

Για την Αριστερά του Αύριο

Ιουλίου 7, 2011

Παρέμβαση στη Θεματική Παιδείας ΣΥΡΙΖΑ

Αυγή, Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

 

Σήμερα περνάμε σε μια φάση όλο και πιο άμεσης διακυβέρνησης από το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο, σε πλανητική κλίμακα, ενώ τα κράτη περιορίζονται σε ρόλο εφαρμογής και διεκπεραίωσης αποφάσεων που παίρνονται αλλού. Με διαφορετικούς ρυθμούς και ένταση στα διάφορα κράτη, η οικονομική κρίση οδηγεί στην εθνικοποίηση των ζημιών και την ιδιωτικοποίηση των κερδών, κάνοντας τους φτωχούς φτωχότερους και τους πλούσιους πλουσιότερους. Και με όχημα την κρίση, οι κοινωνίες γίνονται αυταρχικότερες, οι παραγωγικές σχέσεις επιδεινώνονται εις βάρος της εργασίας, αποδυναμώνοντας στο έπακρο τις συλλογικές δομές και τους ενδιάμεσους φορείς, απομονώνοντας το κάθε άτομο-ιδιώτη. Καθώς η ανέχεια παράγει ανασφάλεια, φόβο και διχόνοια, η εξουσία τα εντείνει με την προπαγάνδα και ενισχύει τους μηχανισμούς καταστολής, καθιστώντας τη δημοκρατία τυπική διαδικασία χωρίς ουσία.

 

Στην Παιδεία ειδικότερα, θέλουν ένα τύπο ανθρώπου ικανού να εκτελεί εντολές χωρίς να σκέφτεται. Το εξετασιοκεντρικό μας σύστημα, στηριγμένο στην παπαγαλία, κατανέμει τα άτομα, στην καλύτερη περίπτωση, ανάλογα με την πολυπλοκότητα των εντολών που μπορούν να εκτελέσουν. Και με τον επερχόμενο νόμο-πλαίσιο αυτό επεκτείνεται και στο πανεπιστήμιο, που μετατρέπεται σε ένα αυταρχικό παρκιγκ νέων, δομημένο ιεραρχικά σαν Ανώνυμη Εταιρεία[1]. Η επιστήμη γίνεται εμπόρευμα, δηλαδή καταργείται, η δωρεάν Παιδεία επίσης: Μας οδηγούν σε μια στάσιμη, κατακερματισμένη κοινωνία με εντεινόμενους ταξικούς διαχωρισμούς.

 

Πολιτική όμως δεν κάνει μόνο η άρχουσα τάξη. Κάνουν και οι αποκάτω. Σε συνθήκες ισορροπίας και συναίνεσης, επιδιώκουν ποσοτική βελτίωση των όρων του κοινωνικού συμβολαίου. Σε συνθήκες κρίσης, οι αλλαγές που πραγματοποιούνται είναι ποιοτικές και οι αποκάτω θα ηττηθούν κατά κράτος αν δεν αντιδράσουν ανάλογα.

Σε συνθήκες κρίσης, η άρχουσα τάξη δεν εξασφαλίζει το ψωμί[2] των αποκάτω παρά με πολύ χειρότερους όρους. Και ενώ υπάρχουν πάντα οι «πρόθυμοι» που θα προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, άλλοι χρυσώνοντας το χάπι με «προοδευτικά» λόγια κι άλλοι κάνοντας βρωμοδουλειές, οι πολλοί παύουν να κυνηγάν το καρότο που τους δείχνουν: καταλαβαίνουν ότι ούτε αρκετά καρότα υπάρχουν, ούτε δίνονται τζάμπα…

Μετά από μήνες αδράνειας και αμηχανίας τα θιγόμενα άτομα (κάποια άτομα) της ελληνικής κοινωνίας άρχισαν να κάνουν πολιτική. Με κραυγές στις πλατείες και με γιαουρτώματα. Κραυγές όλο και πιο αρθρωμένες. Καταθέτοντας το χρόνο τους στη διάθεση της συλλογικότητας, καταθέτοντάς τον χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς να τον εμπορευτούν: Δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο ένα συλλογικό πολιτικό υποκείμενο, που αρνείται, που σκέφτεται, που διαβουλεύεται, που προτείνει, που δρα. Που ήδη κέρδισε μια νίκη: την αναβολή για λίγες μέρες της ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου και τη συνακόλουθη φθορά του πολιτικού προσωπικού.

 

Ανάμεσα στο κίνημα των πλατειών και την «υπαρκτή Αριστερά» υπάρχει απόσταση, ενδεχομένως και αμοιβαία δυσπιστία. Αν αυτό το κίνημα ξεθυμάνει χωρίς άλλο αποτέλεσμα (πολιτικό, οργανωτικό, ιδεολογικό), ο επερχόμενος Μεσαίωνας θα είναι βαρύς. Αν αντίθετα ενισχυθεί και συναντηθεί με την υπαρκτή Αριστερά (ή τουλάχιστον με σημαντικό τμήμα της), έχουμε ελπίδες για δημιουργία μιας Αριστεράς του Αύριο, εργαλείο κοινωνικής αλλαγής.

Δεν αποσκοπούν όλοι σ’ αυτό. Υπάρχουν αυτοί που ποντάρουν στην κούραση του κινήματος ώστε να κάνουν ατομικές στρατολογήσεις στη βάση ότι μόνον αυτοί υπάρχουν σε καιρούς. Και αυτοί που θα πάνε με τα νερά του κινήματος, βλέποντάς το σα δεξαμενή οπαδών και ψήφων. Τάσεις που το κυρίαρχο πολιτικό τους μέλημα, είναι η διατήρηση –ενδεχομένως η ποσοτική ενίσχυση– της επιρροής τους μέσα σε ένα σύστημα που επιδεινώνεται. Τάσεις που ακόμη κι αν ανυστερόβουλα μάχονται, μάχονται για την τιμή των όπλων και μόνο. Τάσεις που κι αν χάσουν θα επιβιώσουν, γιατί υπάρχουν πάντα πολύ πιο κολασμένοι της γης απ’ αυτούς.

 

Η Αριστερά του Αύριο δεν θα έρθει από την ποσοτική ενίσχυση της υπαρκτής Αριστεράς. Θα έρθει, αν έρθει, όταν η τελευταία συνειδητοποιήσει την ανεπάρκειά της και θέσει τον εαυτό της στην υπηρεσία του κινήματος. Όχι ως καθοδήγηση, όχι ως πρωτοπορία: η Ιστορία δεν αναγνωρίζει προϋπηρεσία, ένσημα και περγαμηνές, δίκιο έχει κάθε φορά αυτός που απαντά πειστικά στο ερώτημα «Τι κάνουμε τώρα». Πειστικά όχι επειδή επιβάλλεται ως αυθεντία σε οπαδούς αλλά επειδή μιλάει την ίδια γλώσσα με τα ενεργοποιημένα άτομα που αγωνίζονται.

Το «Τι κάνουμε» έχει τεράστιο εύρος, από το πιο καθημερινό ως το πιο οραματικό. Φωνάζοντας «κλέφτες, κλέφτες!», δηλώνοντας «δε χρωστάμε, δεν πληρώνουμε, δεν πουλάμε», το κίνημα των πλατειών έχει αποκτήσει πολιτική ταυτότητα, έχει τοποθετηθεί ως προς στο δίπολο Κεφάλαιο-Εργασία. Η κατεύθυνση αυτή πρέπει να υλοποιηθεί σε ένα συγκροτημένο αντιπολιτευτικό πρόγραμμα, ένα αρθρωμένο σύνολο αιτημάτων του κόσμου της εργασίας. Αντιπολιτευτικό και όχι κυβερνητικό: Η οποιαδήποτε κυβερνητική εκδοχή σήμερα αποτελεί εναλλακτική λύση του συστήματος, και δε χρειάζεται μαθήματα τακτικής από την Αριστερά – από αλλού παίρνει κατευθύνσεις. Για να υπάρξει λαϊκή κυβέρνηση, για να υπάρξει ριζική αλλαγή, πρέπει αφενός η Αριστερά του Αύριο να αναδειχθεί ως μείζων ταξική αντιπολίτευση, να προσελκύσει κόσμο, να βγάλει νέες ηγεσίες, αφετέρου οι εφεδρείες του συστήματος να αποτύχουν πολιτικά.

Ως τότε, η υπαρκτή Αριστερά οφείλει να θέσει την εμπειρία της και την τεχνογνωσία της στη διάθεση του κινήματος των πλατειών, εφόσον βέβαια θωρεί τον εαυτό της εργαλείο κοινωνικής αλλαγής κι όχι αυτοσκοπό. Ήδη στις πλατείες και αλλού, τώρα και πρωτύτερα, έχουν αναπτυχθεί μορφές αυτοοργάνωσης και κοινωνικής αλληλεγγύης, δωρεάν ιατρεία, δωρεάν μαθήματα, εναλλακτικό εμπόριο, κτλ. Η ενίσχυση, διάδοση, ανάπτυξη εναλλακτικών δομών είναι πρώτιστο καθήκον[3], σε αντιπαράθεση με τις λογικές της εκλογικής επιβίωσης. Οι «αγανακτισμένοι» δεν προσδιορίζονται ως τέως ψηφοφόροι αλλά ως πολιτικό δυναμικό. Οι εκλογικές επιτυχίες θα έχουν νόημα μόνο αν έρθουν σαν «παράπλευρο κέρδος», και μάλιστα εφόσον συνδυαστούν με ανάδειξη νέων ατόμων, σπάσιμο στα δύο ή στα τέσσερα των θητειών, και άλλες πρακτικές εμπνευσμένες από τις πλατείες.

Και για να μιλάμε πιο συγκεκριμένα, μέχρι να κάνει η Αριστερά κυβέρνηση στην οποία θα κληθούν να συνδράμουν, μπορούν οι αριστεροί οικονομολόγοι να επεξεργαστούν σχέδια για μια Τράπεζα των Φτωχών, διάφανη, συμμετοχική δημοκρατική, ακαπέλωτη, που να βοηθήσει αυτούς που έχουν ανάγκη; Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ, που βαδίζει προς συνδιάσκεψη, να δεσμεύσει την κρατική επιχορήγησή του για την ίδρυση μιας τέτοιας Τράπεζας, αλλά και να ζητήσει από τους βουλευτές του και τα στελέχη που έχει διορίσει στη Βουλή να καταβάλουν μέρος του μισθού τους για αυτό το σκοπό;

 

Η παραπάνω πρόταση μπορεί και να μην περπατήσει ποτέ. Φοβάμαι όμως πως όσο προτάσεις σαν κι αυτή δεν δοκιμάζονται καν πριν απορριφθούν, τόσο μακραίνει ο Μεσαίωνας στον οποίο μπαίνουμε.


[1] Η ανάλυση του νέου νόμου είναι έξω από τα πλαίσια αυτού του κειμένου, αξίζει όμως να σημειωθεί ότι, ήδη πριν κατατεθεί, η δραστική μείωση δαπανών και διδακτικού προσωπικού οδηγεί στην κατεδάφιση του πανεπιστημίου.

[2] Πόσο μάλλον την Παιδεία και την Ελευθερία…

[3] Αν το ΕΑΜ κέρδισε τις καρδιές του κόσμου, είναι γιατί πρώτα τον έσωσε απ’ την πείνα, με την Εθνική Αλληλεγγύη. Τα όπλα τα πήρε μετά.

 

Advertisements
One Comment leave one →
  1. Y-patia permalink
    Ιουλίου 8, 2011 11:26 μμ

    Αυτοαναίρεση για την ανασυγκρότηση.Δύσκολο αλλά ο μόνος δρόμος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: